Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, 1936-1941

εθνικη-οργανωση-νεολαιας-08Καθεστώς που αποτέλεσε καρπό του Εθνικού Διχασμού και που αποκηρύχθηκε από τον πολιτικό κόσμο, η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά υπήρξε η ελληνική εκδήλωση της ευρωπαϊκής “εποχής των δικτατόρων”. Παράλληλα όμως, παρά την αδυναμία της να αποκτήσει ερείσματα στην κοινή γνώμη, η δικτατορία αυτή ηγήθηκε του κράτους στη διάρκεια του πολέμου το 1940-41, ενός αγώνα ελευθερίας, εθνικής και πανανθρώπινης, στον οποίο κινητοποιήθηκε το σύνολο του ελληνικού λαού. Η αντίφαση αυτή αντικατοπτρίστηκε στην αμηχανία με την οποία αντιμετωπίστηκε το καθεστώς στη δημόσια μνήμη.

Το παρόν βιβλίο επιδιώκει να συνοψίσει και να διευρύνει την επιστημονική συζήτηση που τις τελευταίες δεκαετίες διενεργείται για την δικτατορία του Μεταξά. Στις σελίδες του εξετάζονται τα αίτια της πτώσης της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας· η “εποχή των δικτατόρων” στην Ευρώπη· το πολιτικό προσωπικό, η δομή, η πολιτική πρακτική και οι ιδεολογικές επικλήσεις του καθεστώτος· η οικονομική ιστορία της περιόδου που ξεκίνησε με την παύση πληρωμών (“χρεωκοπία”) του 1932· η στάση του “αστικού” πολιτικού κόσμου και της Αριστεράς έναντι της δικτατορίας· η εξωτερική και αμυντική πολιτική της κυβέρνησης Μεταξά· και τέλος ο πόλεμος του 1940-41 (κατά τη διάρκεια του οποίου απεβίωσε ο ίδιος ο Μεταξάς) και οι μεταλλαγές που επέφερε στην πολιτική του καθεστώτος.

(Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, 1936-1941, Lambrakis, 2010)

Η εσωτερική δομή και το πολιτικό προσωπικό

Την 4η Αυγούστου 1935 ανεστάλη (με την υπογραφή του βασιλιά) η λειτουργία της Βουλής και οκτώ άρθρων του Συντάγματος (του 1911), που κατοχύρωναν βασικές ατομικές ελευθερίες και πολιτικά δικαιώματα, και επιβλήθηκε ο στρατιωτικός νόμος. Ο Ιωάννης Μεταξάς, ήδη πρωθυπουργός από τον Απρίλιο, χρίσθηκε «Εθνικός Κυβερνήτης» και «Αρχηγός» (της Κυβερνήσεως). Ο Μεταξάς, «συγκεντρώσας ολόκληρον τηνεξουσίαν» (όπως ανέφερε επί λέξει στο διάγγελμα του προς τον ελληνικό λαό), κράτησε τα χαρτοφυλάκια των Εξωτερικών (με μόνιμο υφυπουργό τον Νικόλαο Μαυρουδή) και των τριών πολεμικών υπουργείων (Στρατιωτικών, Ναυτικών, Αεροπορίας) και ανέλαβε την εποπτεία όλων των υφυπουργείων. Ο συγκεντρωτισμός αποτελούσε βασική εξουσιαστική πρακτική του Μεταξά και ήταν άμεση συνάρτηση της ισχυρής του προσωπικότητας. Η καχυποψία και η αυταρχική συμπεριφορά απέναντι στους συνεργάτες του όσο και η ακόρεστη ανάληψη αρμοδιοτήτων χαρακτήρισαν εξίσου τον «Κυβερνήτη» μέχρι το τέλος του. Τα πρόσωπα που στελέχωσαν τα υφυπουργεία και τους κεντρικούς θεσμούς του κρατικού μηχανισμού του καθεστώτος προέρχονταν κατά πλειοψηφία από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο και το κόμμα των Ελευθεροφρόνων, με κύρια εξαίρεση τον Κωνσταντίνο Ζαβιτσιάνο (πρώην υπουργό Εσωτερικών του Βενιζέλου, 1928-29, και εισηγητή του «Ιδιωνύμου»), ο οποίος διατέλεσε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομικών (1936-7). Το καθεστώς Μεταξά δεν ήταν στρατιωτική δικτατορία, αλλά το πολιτικό προσωπικό του κατά τα 2/ 3 ήταν αξιωματικοί – απότακτοι του αποτυχημένου κινήματος Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη (1923), στο οποίο είχε συμμετάσχει ο Μεταξάς, και μόλις οκτώ πρόσωπα ήταν επαγγελματίες πολιτικοί. Τα πελατειακά δίκτυα που κληρονόμησε ο Μεταξάς από τη στρατιωτική προϋπηρεσία του ενσωματώθηκαν και συμβάδιζαν με τον αυταρχικό χαρακτήρα, την επιμελή οργάνωση και την αυστηρή πειθαρχία του καθεστώτος του.

Κεντρικό ρόλο στη δομή του καθεστώτος κατείχε ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, υφυπουργός Δημοσίας Ασφαλείας, ενός από τα τρία σημαντικότερα νέα υ(φυ)πουργεία που ιδρύθηκαν. Το νεοϊδρυθέν υφυπουργείο ανέλαβε υπό τη δικαιοδοσία του όλα τα σώματα ασφαλείας (τη Βασιλική Χωροφυλακή, την Αστυνομία Πόλεων, την Πυροσβεστική και τη Διεύθυνση Μεταναστεύσεως και Διαβατηρίων του υπουργείου Εσωτερικών) και είχε επιφορτιστεί με μια από τις βασικές λειτουργίες της μεταξικής κυβέρνησης: την καταπολέμηση του κομμουνισμού και την αποκάλυψη των ξένων κατασκόπων (της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και αργότερα της Γερμανίας). Υπό την επίβλεψη του Μανιαδάκη η δύναμη της Χωροφυλακής αυξήθηκε κατά 20%, η Αστυνομία Πόλεων – απαλλαγμένη από πολιτικές παρεμβάσεις και κομματικές σκοπιμότητες – επαγγελματοποιήθηκε και η Ειδική Ασφάλεια της Χωροφυλακής αύξησε το προσωπικό της σε 445 αξιωματικούς και υπαξιωματικούς και περίπου 1.200 αστυνομικούς πράκτορες. Η σύλληψη του Νίκου Ζαχαριάδη και η αποσάθρωση του κομματικού μηχανισμού του ΚΚΕ ήταν επιτεύγματα του Μανιαδάκη. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί και ο ρόλος του Θεόδωρου Σκυλακάκη, υπουργού Εσωτερικών μέχρι το Δεκέμβριο του 1936, στην κρατική καταστολή• η σύντομη απομάκρυνσή του ερμηνεύθηκε ως αποδοκιμασία του Μεταξά προς τις ακραίες μεθόδους και υπερσυντηρητικές αντιλήψεις που πρέσβευε ο Σκυλακάκης. Σημαντικό ρόλο στην πολιτική καταστολής ανέλαβε επίσης ο αντιστράτηγος Γεώργιος Φεσσόπουλος, οργανωτής και πρώτος διευθυντής της Υπηρεσίας Αμύνης του Κράτους (ίδρ. Ιανουάριος 1936, επί υπουργίας Αλεξάνδρου Παπάγου), υπηρεσίας του υπουργείου των Στρατιωτικών, η οποία είχε επιφορτισθεί με την αντικατασκοπία και την παρακολούθηση της κομμουνιστικής κίνησης και «των εις βάρος του κράτους ενεργούμενων ξένων προπαγανδών, την παρακολούθησιν της κινήσεως και εγκαταστάσεως των αλλοδαπών εν τη χώρα, την συλλογήν πληροφοριών σχετικών με την ασφάλειαν του κράτους και την υπόδειξιν των ληπτέων σχετικών μέτρων».

Ο Θεολόγος Νικολούδης, ο οποίος ήταν στέλεχος του κόμματος των Ελευθεροφρόνων, ανέλαβε το νεοσύστατο (υπό τη δικαιοδοσία του υπουργείου των Εξωτερικών) υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού (ΥΤΤ), το οποίο ήταν επιφορτισμένο με την καθεστωτική προπαγάνδα («την διαφώτισιν της δημοσίας γνώμης») και τη λογοκρισία. Η Διεύθυνσις Εσωτερικού Τύπου περιελάμβανε Τμήμα Παρακολουθήσεως Εσωτερικού Τύπου, Γραφείον Εποπτείας του Εσωτερικού Τύπου και Γραφείον Λαϊκής Διαφωτίσεως. Στην αρμοδιότητα του πρώτου Γραφείου υπαγόταν «η εποπτεία των εφημερίδων, περιοδικών, βιβλίων και εντύπων εν γένει, των θεατρικών και κινηματογαφικών έργων, των διαλέξεων, δίσκων γραμμοφώνων, ραδιοφωνικών εκπομπών κλπ.». Στην αρμοδιότητα του Γραφείου Λαϊκής Διαφωτίσεως αναγόταν «η διάδοσις ιδεολογικών αρχών εν τω πλαισίω των Εθνικών παραδόσεων και επιδιώξεων» και «η έκδοσις Μηνιαίου Δελτίου, […] ως και παντός άλλου δημοσιεύματος δυναμένου να εξύψωση το Εθνικόν φρόνημα και διαδώση τας Εθνικός αρχάς του Κράτους. Όλες οι (ελληνόφωνες και ξενόφωνες) εφημερίδες που εκδίδονταν στην Ελλάδα τέθηκαν υπό κρατική επιτήρηση – εκδόθηκαν συνολικά 14 σχετικοί Αναγκαστικοί Νόμοι και Βασιλικά Διατάγματα – και αναγκάστηκαν να ευθυγραμμιστούν με την πολατκή του καθεστώτος. Ο Αναγκαστικός Νόμος (ΑΝ.) 1092 «περί Τύπου» του 1938 θέσπιζε τα «αδικήματα Τύπου», μεταξύ των οποίων την «κατάχρησιν ελευθεροτυπίας», τα οποία συνεπάγονταν την προσωρινή παύση της έκδοσης εφημερίδας Η περιοδικού «μέχρις ενός έτους», και περιείχε ειδικά κεφάλαια «περί απηγορευμένων δημοσιεύσεων» (Κεφάλαιον ΣΤ’) και «περί κατασχέσεως εντύπων» (Κεφάλαιον Η’) «ένεκεν προσβολής κατά των βάσεων του ισχύοντος πολιτεύματος […] κατά του προσώπου του Προέδρου της Κυβερνήσεως Η κατά του Υπουργικού Συμβουλίου […] κατά του προσώπου του Βασιλέως, του Διαδόχου, των Μελών της Βασιλικής Οικογενείας κλπ.». Στις δραστηριότητες του ΥΤΤ συγκαταλέγονταν 33 εκδόσεις με προπαγανδιστικό περιεχόμενο (Νέα Ζωή, Ο κομμουνισμός εις την Ελλάδα, Το Νέον Κράτος, Ο Ιωάννης Μεταξάς προς τους εργάτας, Λόγοι του Αρχηγού προς τους Αγρότας, Τέσσερα χρόνια διακυβερνήσεων του Ιωάννου Μεταξά κ.ά.), οι οποίες διανεμήθηκαν σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και βιβλιοθήκες. Το κενό της καθεστωτικής εφημερίδας κάλυψαν από τον Σεπτέμβριο του 1937 η μηνιαία επιθεώρηση Νέον Κράτος του Αρίστου Καμπάνη και η Νέα Πολιτική του Ιωάννη Τουρνάκη. Υπό τον Νικολούδη, με τον Α.Ν. 95 της 7ης Σεπτεμβρίου 1936, συστάθηκε επίσης η «Υπηρεσία Ραδιοφωνικών Εκπομπών» και στις 25 Μαρτίου 1938 άρχισε να λειτουργεί επισήμως η ραδιοφωνική υπηρεσία στα υπόγεια του Ζαππείου. Η σημασία του ραδιοφώνου ως εργαλείου προπαγάνδας – η επίσκεψη του «υπουργού της Λαϊκής Διαφωτίσεως» Γιόςεφ Γκαίμπελς το ίδιο διάστημα (20-29 Σεπτεμβρίου 1936) στην Ελλάδα μετακένωσε τη σχετική γερμανική εμπειρία – δεν πρέπει ωστόσο να υπερτιμηθεί, καθώς στα τέλη του 1935 ο αριθμός των ραδιοφωνικών συσκευή στη χώρα μόλις ξεπερνούσε τις 6.000, ενώ π.χ. ο αντίστοιχος αριθμός στη ναζιστική Γερμανία υπερέβαινε τα επτά εκατομμύρια.

Κεντρικό πρόσωπο του καθεστώτος (και της πλήρους εμπιστοσύνης του Μεταξά) ήταν και ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς (δήμαρχος Αθηναίων από το 1934), ο οποίος διορίστηκε υπουργός – διοικητής Πρωτευούσης, ένα ακόμη καινούργιο κυβερνητικό αξίωμα. Υπό τον διοικητή Πρωτευούσης υπάγονταν τα Τάγματα Εργασίας (βλ. παρακάτω). Ο Κοτζιάς δημιούργησε επίσης τον Λαϊκό Κινητό Κινηματογράφο, ο οποίες προέβαλλε δωρεάν επίκαιρα, που είχαν γυριστεί την επίβλεψη του ΥΤΤ, στις περισσότερες συνοικίες της Αθήνας. Ο Κοτζιάς, ο αποκαλούμενος «σαλπιγκτής του καθεστώτος», θεωρείτο φυσικός διάδοχος του Μεταξά και μετά τον θάνατο του τελευταίου (29 Ιανουαρίου 1941) ο βασιλιάς Γεώργιος τού πρότεινε να αναλάβει τη διακυβέρνηση, πρόταση την οποία όμως ο Κοτζιάς αρνήθηκε. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον εξ απορρήτων σύμβουλο του Μεταξά, τον Ιωάννη Διάκο, την -κατά το Λίνκολν ΜακΒη (αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα)- éminence grise του καθεστώτος».

Ο Ι. Διάκος ήταν παρών στα περισσότερα υπουργικά συμβούλια, έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης του Μεταξά, και λειτουργούσε ως αθέατος κομιστής των κυβερνητικών αποφάσεων και οδηγιών προς τους υπόλοιπους κλάδους της κρατικής μηχανής.

Εκτός από τους χώρους της πολιτικής και του στρατεύματος, το καθεστώς άντλησε τα στελέχη του και από τον επιχειρηματικό κόσμο του αντιβενιζελικού χώρου και τους τραπεζιτικούς και χρηματιστικούς κύκλους, κυρίως από τα υψηλόβαθμα κλιμάκια της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΕΤΕ), του μεγαλύτερου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος της χώρας, και δευτερευόντως της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ). Οι βιομήχανοι Ανδρέας Χατζηκυριάκος (ως πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών αλλά και ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας μέχρι τις 24 Ιουλίου 1937), Επαμεινώνδας Χαρίλαος και Πρόδρομος («Μποδοσάκης») Αθανασιάδης στήριξαν ενεργά την άνοδο και την οικονομική πορεία της μεταξικής κυβέρνησης. Ο Αλέξανδρος Κορυζής, υποδιοικητής (και από το 1939 διοικητής) της ΕΤΕ, ανέλαβε το υπουργείο Προνοίας (αργότερα μετονομασθέν σε Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως) και το 1941 διαδέχθηκε τον Μεταξά στην πρωθυπουργία. Από τον χώρο της ΕΤΕ προήλθε και ο διάδοχος του Χατζηκυριάκου στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (ο Ιωάννης Αρβανίτης, ο οποίος τον Απρίλιο του 1938 ανέλαβε παράλληλα το υπουργείο Οικονομικών και παρέμεινε εκεί, στα δύο οικονομικά υπουργεία, μέχρι τον Απρίλιο του 1941). Ο οικονομολόγος καθηγητής Κυριάκος Βαρβαρέσος διατήρησε τη θέση του υποδιοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, μέχρι την παραίτηση του Εμμ. Τσουδερού το 1939• στον Βαρβαρέσο είχε προσφερθεί το αξίωμα του υπουργού Εθνικής Οικονομίας, αλλά εκείνος το αρνήθηκε, προσφέροντας ωστόσο ανελιπώς τις οικονομικές του συμβουλές στην κυβέρνηση. Ο Αλέξανδρος Ν. Κανελλόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (ΑΕΕΧΠΛ), διατέλεσε κυβερνητικός επίτροπος της ΕΟΝ (1937-41).

Όπως και με την επαγγελματοποίηση του στρατού, ο Μεταξάς ήθελε να προσδώσει στο Νέον Κράτος του τεχνοκρατικό χαρακτήρα, επανδρώνοντας το τόσο με πανεπιστημιακούς ειδήμονες όσο και με εκπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου. Η προσπάθεια επιστημονικής οργάνωσης του κράτους και της οικονομίας ήταν εμφανής και σε άλλους τομείς, όπως της γεωργίας και της εργασίας, και υπερέβαινε τις κομματικές εντάξεις και τις πολιτικές σκοπιμότητες -ίσως και λόγω έλλειψης δικών του ικανών στελεχών από το Κόμμα των Εθνικοφρόνων. Ο γεωπόνος (και ακαδημαϊκός) Γεώργιος Κυριάκος τοποθετήθηκε υπουργός Γεωργίας και ο επίσης γεωπόνος (και υποδιοικητής της ΑΤΕ) Μπάμπης Αλιβιζάτος γενικός γραμματέας του υπουργείου Γεωργίας, και (από τον Σεπτέμβριο του 1939) υφυπουργός Συνεταιρισμών. Ο παλαίμαχος συνδικαλιστής (και πρώην κομμουνιστής) Αριστείδης Δημητράτος διορίστηκε υφυπουργός Εργασίας (1936-41)• σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο, το υφυπουργείο του «Εργάτη-Υπουργού» θα μεριμνούσε «συστηματικώς περί της εξασφαλίσεως [της] συνεργασίας εργασίας και κεφαλαίου». Το Ανώτατον Οικονομικό Συμβούλιον (ΑΟΣ), το ανώτατο συμβουλευτικό όργανο του κράτους σε οικονομικά ζητήματα που ιδρύθηκε κατά τη διεθνή κρίση του 1929, διευρύνθηκε με τη συμμετοχή περισσοτέρων πανεπιστημιακών οικονομολόγων και τεχνοκρατών (με εξαίρεση την απομάκρυνση του Αλέξανδρου Σβώλου) και επεξέτεινε το γνωμοδοτικό ρόλο του. Αντιπρόεδρος του ΑΟΣ (πρόεδρος ήταν ο εκάστοτε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου), διετέλεσε ο Αλέξανδρος Διομήδη ηγετικό οικονομικό στέλεχος των Φιλελευθέρων (και διοικητής της ΕΤΕ), ενώ στη σύνθεση του συμμετείχαν επιφανείς οικονομολόγοι (Άγγελος Αγγελόπουλος, Κυριάκος Βαρβαρέσος, Ξενοφών Ζολώτας, Γεώργιος Πεσμαζόγλου κ,ά,), γεωπόνοι (Παναγιώτης Δεκάζος, Χρυσός Ευελπίδης), χημικοί (Κωνσταντίνος Νεύρος) και άλλοι θετικοί επιστήμονες και ειδικοί διανοούμενοι, οι οποίοι διακρίνονταν για τις δοκιμασμένες ικανότητες τους. Τη διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος διατήρησε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1939, οπότε αναγκάστηκε σε παραίτηση, ο Εμμανουήλ Τσουδερός, πρώην υπουργός και οπαδός του Βενιζέλο» (και ιθύνων νους του αντιδικτατορικού κινήματος των Χανίων, χωρίς αυτό να έχει γίνει αντιληπτό από τις αστυνομικές αρχές).

Η δυαρχία του καθεστώτος και η τομή του 1938

Οι ευθύνες και οι εξουσίες του Μεταξά και του κυβερνητικού σχήματος του περιστέλλονταν στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής, των ενόπλων δυνάμεων και της νεολαίας από τις αρμοδιότητες του βασιλιά. Ο ρόλος του Μεταξά στους δύο πρώτους τομείς παρέμεινε μέχρι το 1941 συμπληρωματικός. Στη διάρκεια του καθεστώτος (1936-41) υφίσταντο δύο διακριτοί (εφαπτόμενοι αλλά όχι ομόκεντροι) πόλοι πολιτικής εξουσίας με κέντρα το Γεώργιο Β’ και το δικτάτορα. Ο ΜακΒη κάνει εύστοχα λόγο για «δυαρχία», για «Σιαμαίους» και «γόρδιο δεσμά» μεταξύ βασιλιά και Μεταξά. Κατά τα πρώτα δύο έτη του καθεστώτος η πλάστιγγα της εξουσίας έγερνε προς τον πρώτο πόλο και μπορούμε να κάνουμε λόγο για βασιλική δικτατορία. Από το Σεπτέμβριο του 1938 οι βασιλικές αρμοδιότητες και πρωτοβουλίες περιορίστηκαν και το καθεστώς μπορεί να προσδιοριστεί πληρέστερα ως δικτατορία Μεταξά. Αυτή η ιδιότυπη «δυαρχία» ωστόσο δεν καταλύθηκε και αποτέλεσε μια από τις βασικές ειδοποιούς διαφορές του ελληνικού καθεστώτος από τις φασιστικές δικτατορίες.

Οι σχέσεις των δύο ισχυρών ανδρών (βασιλιά και Μεταξά) αναδείχθηκαν (άδηλα) ανταγωνιστικές κατεξοχήν στο πεδίο διαπαιδαγώγησης της νεολαίας. Το Νοέμβριο του 1936 ιδρύθηκε η Εθνική Οργάνωσις Νέων (ΕΟΝ), η οποία στόχευε στο να δημιουργήσει το μαζικό λαϊκό έρεισμα που στερούνταν το καθεστώς• επιπλέον, μέσα από τις τάξεις της το καθεστώς θα αναζητούσε, μελλοντικά, αφοσιωμένα πρόσωπα για τη στελέχωση του κρατικού οργανισμού. Το Νέον Κράτος επιδίωκε μέσω της ΕΟΝ τη δημιουργία μιας «πραγματικά ανεξαρτήτου, ανιδιοτελούς και υπευθύνου ηγέτιδας τάξεως», μιας «εθνικής πολιτικής αριστοκρατίας», η οποία θα οδηγούσε το Έθνος προς «νέας εκπολιτιστικός κατακτήσεις». Τα πρώτα τμήματα παρουσιάστηκαν ενώπιον του Μεταξά σας 7 Νοεμβρίου 1937 στην Πάτρα. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο, σκοποί της οργάνωσης ήταν η «εθνική και ηθική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας»: «η επωφελής διάθεσις του ελευθέρου από της εργασίας ή των σπουδών χρόνου των νέων, προς προαγωγήν της σωματικής και πνευματικής καταστάσεως αυτών, ανάπτυξιν του Εθνικού φρονήματος και της πίστεως προς την θρησκείαν, δημιουργία πνεύματος συνεργασίας και κοινωνικής αλληλεγγύης, και έγκαιρον επαγγελματικόν προσανατολισμόν εκάστου, αναλόγως προς τας φυσικός ιδιότητας αυτού».

Τα μέλη της ΕΟΝ φορούσαν ομοιόμορφη μπλε σκούρα στολή και δίκωχο, και χωρίζονταν ανάλογα με την ηλικία τους σε σκαπανείς, -ισσες (7-13 ετών), φαλαγγίτες (-ισσες) Β (14-18) και φαλαγγίτες (-ισσες) Α (19-25). Τον Δεκέμβριο του 1937 ιδρύθηκαν επίσης στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Κ. Κοτζιά, τα Τάγματα Εργασίας, μια παραστρατιωτική οργάνωση (400 περίπου ατόμων με γκρίζες στολές) υπό την αρχηγία του Ιωάννη Βεζανή, η οποία ακολουθούσε το μοντέλο των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου. Τα Τάγματα Εργασίας είχαν συσταθεί τυπικά για την αξιοποίηση των ανέργων στην εκτέλεση δημοσίων έργων, αλλά στην πραγματικότητα στόχευαν στο να λειτουργήσουν ως φρουρά πραιτωριανών. Η δράση τους ωστόσο υπήρξε βραχύβια και πρακτικά δεν ξεπέρασε τα όρια του γραφικού• στις 9 Ιουνίου 1938 καταργήθηκαν με απόφαση του Μεταξά και τα μέλη τους προσχώρησαν στην ΕΟΝ. Η ΕΟΝ δεν μπορεί να παρομοιαστεί με τα γερμανικά Τάγματα Εφόδου, αλλά ακολουθούσε πιστά την αυστηρή αγωγή των νεολαιών των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ο Μεταξάς οραματιζόταν την ηθικοποίηση της κοινωνίας μέσω της πειθαρχίας, της πίστης στον βασιλιά και της εργασίας. Προέβαλλε τη χειρωνακτική εργασία ως πρωταρχική εξαγνιστική αρετή και κοινωνικό καθήκον. Ο αθλητισμός και η γύμναση του σώματος εντάσσονταν στην ίδια ιεραρχία ανώτερων αξιών. Η «σπαρτιατική» (sic) οργάνωση και αγωγή των νέων υπερτόνιζε τα στοιχεία της υπακοής και της πειθαρχίας και της ένταξης σε ένα ομοιόμορφο σύνολο, και ο σκαπανέας χαρακτηριζόταν στα σχολικά αναγνωστικά «ένας μικρός Έλληνας στρατιώτης». Ο κανονισμός «εσωτερικής υπηρεσίας» της ΕΟΝ αποτύπωνε πιοτά αυτά τα ιδεώδη: «η ψυχική και ιδεολογική διαπαιδαγώγησις, ως και η σωματική αγωγή των Ελληνοπαίδων συμφώνως προς τας ηθικάς, κοινωνικάς πολιτικάς κατευθύνσεις του Κράτους, ως τούτου διαμορφούται από της 4ης Αυγούστου 1936, ως και η στρατιωτική προπαίδευσις αυτών».

Ιδεολογικός προσανατολισμός και εξουσιαστικές πρακτικές

[…] Ο δεύτερος νόμος (1073/1938) θέσπιζε νέες κατασταλτικές πρακτικές, που δεν είχαν εφαρμοστεί ποτέ (ή με τόσο δραματικό τρόπο) στην Ελλάδα στο παρελθόν: α) τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως» (sic) των εντοπιζόμενων Ανάφη, η Γαύδος η Κίμωλος, η Μακρόνησος, η Σίκινος, η Σίφνος, η Φολέγανδρος και άλλοι τόποι εξορίας μετατράπηκαν σε «ξερονήσια του θανάτου», β) το «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων» και γ) τις «δηλώσεις μετανοίας» των φυλακισμένων κομμουνιστών που είχαν εκτίσει τουλάχιστον το 1/3 της ποινής τους Τα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων» χορηγούνταν από το υφυπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας και χωρίς αυτά ήταν αδύνατο να διοριστεί κανείς στη δημόσια διοίκηση ή να προσληφθεί σε μεγάλες επιχειρήσεις ή σε επιχειρήσεις που εξαρτώνταν από το κράτος. Τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά και οι συνοδευτικές «δηλώσεις μετανοίας» σύντομα απέκτησαν διασταλτική σημασία και άρχισαν να χρησιμοποιούνται για ποικίλους και διαφορετικούς σκοπούς, όπως η έκδοση διαβατηρίου ή άδειας οδήγησης. Οι κατά νομούς Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας (α οποίες είχαν ιδρυθεί για πρώτη φορά το 1924 με τη συμμετοχή των αρχών της χωροφυλακής και του στρατού, διαδραμάτισαν ανάλογο ρόλο με τα ποινικά δικαστήρια, ιδίως στον εκτοπισμό κομμουνιζόντων και σλαβόφωνων (της Μακεδονίας), αλλά και πλήθους άλλοτε βουλευτών, υπουργών, πολιτευόμενων, καθηγητών πανεπιστημίου και ανωτάτων στρατιωτικών. Ο αριθμός των εκτοπισμένων της δικτατορίας Μεταξά ίσως έφθασε τις 5.000. Πολλά από τα κατασταλτικά αυτά εργαλεία (φυλακίσεις, δικαστικοί και διοικητικοί εκτοπισμοί και βασανιστήρια, ορισμένες φορές μέχρι θανάτου των κρατουμένων) υιοθετήθηκαν από το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κράτος, και αναβίωσαν κατά τη χούντα των συνταγματαρχών. Η επαγγελματοποίηση και η εκπαίδευση των δυνάμεων ασφαλείας χρησιμοποιήθηκε επίσης ως μέσο για την αναμόρφωση της δη μόσιας ηθικής και των κοινωνικών αξιών, όπως το ίδιο το καθεστώς τις αντιλαμβανόταν (συντηρητικά) καθώς και με μαθήματα για τα δεινά του κοινοβουλευτισμού, που παρέδιδε αυτοπροσώπως ο Μεταξάς επισκεπτόμενος τις Σχολές της Αστυνομίας. Η αυταρχική συμπεριφορά των κατώτερων οργάνων ασφαλείας, η παρακολούθηση των υπόπτων και η καταστολή κάθε διαμαρτυρίας συνιστούσαν πτυχές ενός καθεστώτος που επιδίωκε να ελέγξει ολοκληρωτικά τη ζωή των υπηκόων του.

Ο αυταρχικός και ανελεύθερος χαρακτήρας του καθεστώτος καταφαίνεται, επίσης, από μια σειρά από άλλους θεσμικούς παράγοντες: ο στρατιωτικός νόμος που κηρύχθηκε την 4η Αυγούστου δεν ήρθη πριν από την πτώση του το 1941 (παρά μετά την Απελευθέρωση το 1944). Ιδιαίτερα οι παραμεθόριες περιοχές βρίσκονταν υπό εξαιρετικά ανελεύθερο καθεστώς παρακολούθησης και ελέγχου από τις στρατιωτικές αρχές. Ο Α.Ν. 376 της 14ης Δεκεμβρίου 1936 «περί μέτρων ασφαλείας οχυρών θέσεων» χαρακτήριζε τους παραμεθόριους νομούς της χώρας ως «αμυντικές περιοχές», εκάστη των οποίων περιελάμβανε μία εσωτερική, περιμετρική «απηγορευμένη ζώνη» και μία εξωτερική «επιτηρούμενη ζώνη». Ο νόμος απαγόρευε «απολύτως» την είσοδο μη στρατιωτικών προσώπων στην «απηγορευμένη ζώνη» και την εγκατάσταση ««αλλοδαπών» και «μη Ελλήνων την Εθνικότητα» στην «επιτηρούμενη ζώνη». Προέβλεπε επίσης ότι η απαγόρευση αυτή μπορούσε με Βασιλικό Διάταγμα να επεκταθεί και «επί των ήδη εγκατεστημένων τοιούτων αλλοδαπών ή αλλογενών». Ο νόμος αυτός συνοδεύτηκε από την απειλή των διοικητικών εκτοπίσεων: οι Επιτροπές Ασφαλείας εξουσιοδοτούνταν να αποφασίσουν την εκτόπιση «μέχρι πέντε ετών» από την «επιτηρούμενη ζώνη» εκείνων των ατόμων και των οικογενειών τους που κρίνονταν ύποπτοι για την ασφάλεια της περιοχής. Θύματα αυτού του νόμου ήταν οι συνήθεις «ύποπτοι» σλαβόφωνοι, που συνέχιζαν να κατοικούν εκεί, και που η ετερότητα τους ταυτιζόταν με την ξένη (βουλγαρική) προπαγάνδα και τον κομμουνισμό. Γενικότερα, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου αποτέλεσε τομή στη στάση του ελληνικού κράτους απέναντι στους σλαβόφωνους υπηκόους του, καθώς κατέβαλε συντονισμένες προσπάθειες για τον γλωσσικό εξελληνισμό τους και από την «ήπια» αφομοίωση της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας πέρασε στην πρακτική της καταστολής. Μετά τη δημοσίευση του νόμου «περί συστάσεως Υπηρεσίας Αμύνης του Κράτους» τον Ιανουάριο του 1936 τα μέτρα καταστολή κυρίως η «παρακολούθησις των πάσης φύσεως ξένων προπαγανδών», η επιβολή προστίμων σε όσους μιλούσαν δημόσια το ιδίωμα και οι εκτοπίσεις υπόπτων για παρακίνηση κατοίκων «εις απείθειαν προς τας αρχάς», ήταν «πολύ σκληρά», ο αριθμός των σλαβόφωνων οικογενειών που εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας και στα νησιά είναι ιστορικά αδιευκρίνιστος, αλλά σίγουρα ανέρχεται σε αρκετές δεκάδες.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η ιδεολογία του μεταξικού καθεστώτος συμπυκνωνόταν στον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό». Η πνευματική δημιουργία θα ήταν αποκλειστικά μια ελληνική υπόθεση. «Θέλωμεν να κάμωμεν πολιτισμόν Ελληνικόν», είπε ο Μεταξάς στους κατοίκους της Κομοτηνής στις 7 Οκτωβρίου 1936. «Δεν θέλομεν τους ξένους πολιτισμούς. Θέλομεν ιδικόν μας πολιτισμόν, τον οποίον να τον ωθήσωμεν και να τον κάμωμεν ανώτερον από όλους τους πολιτισμούς εις την άκρην αυτήν της Ευρώπης». Ο «Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός» συνιστούσε απόρριψη των «ξενότροπων ηθών και εθίμων», αναβάπτιση στις «ωραίες ελληνικές παραδόσεις» και επιστροφή «εις τας αιωνίους πηγάς», συνδυάζοντας τα εκλεκτότερα στοιχεία της αρχαίας κλασικής και της βυζαντινής παράδοσης. Κατά την ομιλία του στην περιφερειακή διοίκηση της ΕΟΝ στα Ιωάννινα στις 13 Ιουνίου 1937 ο Μεταξάς ανέφερε: «Από τώρα πρέπει να είσθε ετοιμασμένοι και αυτό που θα κάμετε. Τότε, εσείς, θα ιδήτε τον τρίτον πολιτισμόν, τον ελληνικόν. Ο πρώτος επέρασε και δεν δύνασθε να τον ξανακάμετε σεις, ούτε είναι δουλειά σας. Ήτο πολιτισμός ο οποίος είχε μεγάλο πνεύμα. Του έλειπεν όμως η θρησκευτική πίστις. Ήλθεν ο δεύτερος ελληνικός πολιτισμός (ο Βυζαντινός). Αυτός είναι δυνατόν να μην έκαμε μεγάλα έργα διανοίας. Είχε όμως βαθειά θρησκευτική πίστι. Και τώρα έρχεσθε σεις και θα ανανεώσετε και τους δύο αυτούς πολιτισμούς και από μέσα και από μια βαθειά πολύ θρησκευτικήν πίστιν, θα κοιτάξετε πως θα ατενίσετε τα έργα των μεγάλων προγόνων σας, θάλποντες αυτά από μέσα από την πίστιν την θρησκευτικήν την οποίαν έχετε ως χριστιανοί» .

Οι συνιστώσες αυτού του πολιτισμού ήταν «Βασιλεύς, Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια» με αξιολογική ιεράρχηση, όπου η Πατρίς, δηλαδή το έθνος αποτελούσε το υπέρτατο αγαθό που περιέκλειε όλα τα άλλα. Η βασιλεία παρέμεινε αδιαφιλονίκητος κεντρικός θεσμός ακόμη και μετά την ενίσχυση της θέσης του Μεταξά το 1938. Η ανέγερση και τα πανηγυρικά αποκαλυπτήρια (9 Οκτωβρίου 1938) των ανδριάντων του «Μεγαλομάρτυραο» (sic) Βασιλέως Κωνσταντίνου στο Πεδίον του Άρεως και στη Θεσσαλονίκη (και προτομών του σε άλλες επαρχιακές πόλεις) πιστοποιούν τον ακατάλυτο ηθικό δεσμό που συνέδεε τον Μεταξά με τον εστεμμένο μέντορα του. Στο «σχέδιον Συντάγματος» του Μεταξά, το «πρόσωπον του βασιλέως δεν υπάγεται υπό συζήτησιν». Η θρησκεία εργαλειοποιήθηκε από το Νέον Κράτος για την καταπολέμηση του μαρξιστικού υλισμού μεταξύ των λαϊκών και εργατικών τάξεων. Τον Αύγουστο του 1936 ιδρύθηκε η Αποστολική Διακονία της Ελλάδος για την «εξύψωσιν του θρησκευτικού φρονήματος του λαού, εντός των απαραφθόρων παραδόσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας», την «τόνωστν και πρακτικήν εκδήλωσιν του πνεύματος της κοινωνικής ενότητος και αλληλεγγύης» καθώς και τη «συναντίληψιν και καθοδήγησιν της πνευματικής ζωής του εργαζομένου λαού».

Ο Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός υπερακόντιζε σίγουρα τις παραδοσιακές αξίες. Ο (κατά τη Μαρίνα Πετράκη) «εκπολιτιστικός εθνικισμός» του Μεταξά καλλιέργησε (σε υπέρτατο βαθμό) την αντίληψη του εκλεκτού λαού που είχε αποστολή να εκπολιτίσει τον κόσμο και άγγιξε τα όρια του σωβινισμού. Ο Νικολούδης έγραψε στο Νέον Κράτος: «Το Έθνος είναι η συνισταμένη όλων των ιδανικών μας […] η πολιτική μας είναι ιδεαλιστική […] μαζί με την μορφήν του νέου κράτους, θα εκπηδήση και ο νέος πολίτης Έλλην, που κατά φυσικήν συνέπειαν, θα είναι και ανώτερος άνθρωπος». Ο Μεταξάς κήρυττε με θέρμη την πίστη του στη διαχρονική λάμψη του ελληνικού πνεύματος, με έμφαση στο πνεύμα της αρχαίας Σπάρτης ως «το καταλληλότερον αρχαίον πρστυπον» (λόγω της απόλυτης πειθαρχίας προς τις αρχές και τις εξουσίες της πολιτείας), αλλά και στον λαϊκό (νεοελληνικό) πολιτισμό. Η γλαφυρότερη απόδοση αυτού του «σπαρτιατικού» ιδεώδους διατυπώθηκε από μια απρόσμενη κατεύθυνση, τον I. Μ. Παναγιωτόπουλο σε μια έκδοση του Γραφείου Πνευματικών Υπηρεσιών το 1937: «η δωρική αρετή, η τραχύτητα του ήθους, η ανεξιλέωτη κι αυστηρή εκείνη στρατιωτική αγωγή, που εκμηδένιζε το άτομο […] και που δεν είχε άλλο σκοπό παρά να δημιουργήσει από τους λιγοστούς Δωριείς του Ευρώτα αρχηγούς λαών, ικανούς και την πατρίδα να διευθύνουν και στους άλλους δείξουν τη δύναμη τους […] το πρότυπο της δωρικής αρετής […] οι Σπαρτιάτες αγωνίστηκαν με την αδάμαστη αρετή τους, για να θεμελιώσουν τη δόξα και το μεγαλείο του τόπου των. Δεν λογάριασαν ούτε τη στέρηση ούτε τον κόπο· ανέβασαν τον ασκητισμό της στρατιωτικής ζωής σε περιωπή κοσμοθεωρίας, υπόταξαν το άτομο στο σύνολο, το ιδιωτικό συμφέρον στο γενικό καλό, τη δίψα της ατομικής επιβιώσεως στην ανάγκη της αναδείξεως της χώρας. […] κατόρθωσαν να δημιουργήσουν το ιδανικό πρότυπο της οργανωμένης πολιτείας και να το παραδώσουν αδιάφθορο στους αιώνες».

Παρά τα βήματα του μεταξικού καθεστώτος προς έναν «αυταρχικό εκσυγχρονισμό» της νεωτερικότητας, παρόμοιο με αυτόν του υποδείγματος του ιταλικού φασισμού, η οικοδόμηση του φασισμού στη μεταξική Ελλάδα υπήρξε από πολλές απόψεις ατελής και οι παραδοσιακοί θεσμοί της Εκκλησίας, της θρησκείας και της οικογένειας διατήρησαν ακέραιη την ισχύ και την αυτοτέλεια τους. Ο Μεταξάς κάλεσε εξαρχής (σε ραδιοφωνική του ομιλία, 10 Αυγούστου 1936) τους νέους να σταθούν στο ύψος «της μόνης πραγματικότητος [που είναι] το Ελληνικόν Έθνος» και να αντισταθούν σε νέες ιδέες. Το πολιτικό ύφος του Μεταξά δεν ήταν ριζοσπαστικό, δεν εισήγαγε δραστικά νέους κώδικες αξιών, αλλά αναπαρήγαγε περισσότερο τον ελληνικό συντηρητικό πολιτικό λόγο της προδικτατορικής περιόδου. Σε αντίθεση προς τους ιταλούς φασίστες, που θεωρούσαν την πολιτική από μόνη της ως απόλυτη και υπέρτατη αξία, προχώρησαν σε μια ρητορική «ιεροποίηοη της πολιτικής» και επιδίωξαν να αφομοιώσουν ολοκληρωτικά τον άνθρωπο, ψυχή τε και σώματι, στις δομές του φασιστικού. Κράτους (περιορίζοντας την παρουσία του καθολικισμού και της βασιλείας -τους παραδοσιακούς θύλακες της συντηρητικής τάξης πραγμάτων), ο Έλληνας δικτάτορας σε λόγο του προς γονείς και δασκάλους (19 Οκτωβρίου 1939) εξήρε την ορθόδοξη ταυτότητα, την «Ελληνική Εκκλησία», το Έθνος και την οικογένεια, η οποία αποτελούσε, κατά τον ίδιο, «το κύτταρον της ελληνικής κοινωνίας». Ενώ οι πρώτοι φαντάζονταν (μεταπλάθοντας τις διδαχές των κοινωνιολόγων Roberto Michels και Vilfredo Pareto) μια κοινωνία οργανωμένη και υποταγμένη σε μια «πολιτική αριστοκρατία», σε μια τάξη σύγχρονων Πλατώνων (που ενσαρκωνόταν στο Gran Consiglio του φασιστικού κόμματος), αυτά δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να συμβεί στην ελληνική περίπτωση, όπου ο Μεταξάς περιβαλλόταν (ηθελημένα) από έναν στενό κύκλο άσημων ή περιορισμένων ικανοτήτων ανθρώπων και τα πάντα εξαρτώνταν από τον ίδιο.

Στο πλαίσιο της πολιτιστικής στράτευσης για τα ιδανικά του έθνους περιλαμβανόταν και η πρόθεση για τη δημιουργία μιας αληθινά εθνικής τέχνης. Το Σεπτέμβριο του 1936 ιδρύθηκε ο Οργανισμός Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης με σκοπό «την μελέτη, προστασία, προαγωγή και διάδοση της Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης», διαμέσω της ίδρυσης αρχείου, μουσείου, βιβλιοθηκών κλπ. Το περιεχόμενο του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού απεικονιζόταν εναργέστερα «καλλιτεχνικά» παρά κειμενικά, μέσω δημόσιων θεαματικών τελετών και θεατρινίστικων παραστάσεων που δήλωναν το αρχαίο και το νέο κάλλος του ελληνισμού (με έμφαση στις παραδοσιακές φορεσιές, στη λαϊκή τέχνη και στο δημοτικό τραγούδι). Η πρώτη μεγάλη εκδήλωση αυτής της πρακτικής, που χρησιμοποιούσαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ευρώπης, αφορούσε την εκατονταετηρίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών (18-24 Απριλίου 1937) και συνοδεύτηκε από την αλληγορική «Επίκλησιν προς την θεάν Αθηνά», μια δραματοποιημένη παγανιστική ιεροτελεστία με προπαγανδιστικά συνδηλούμενα που έλαβε χώρα στον προαύλιο χώρο του Παρθενώνα. Οι κατά καιρούς λαμπαδηδοφορίες της ΕΟΝ, που αντέγραφαν τις ανάλογες τελετουργίες των φασιστικών και ναζιστικών νεολαιών, εντάσσονται σε αυτό το ρεύμα μυστικοποίησης του καθεστώτος. Η εικόνα όμως του εκλεκτού λαού δεν προωθήθηκε μεθοδικά και δεν αποτέλεσε έκφραση ενός επιθετικού, αλλά ενός αμυντικού εθνικισμού για την τόνωση της αυτοπεποίθησης του ελληνικού λαού στους δύσκολους καιρούς που διένυε. Μιλώντας προς το λαό των Ιωαννίνων στις 13 Ιουνίου 1937 ο Μεταξάς τόνισε ότι «πρώτον σας έκαμα να αισθάνεσθε με υπερηφάνειαν ότι είσθε Έλληνες» .
Αυτός ο πολιτισμικός στόχος, που ήταν από τους κυριότερους του καθεστώτος και ιδιαίτερα της ΕΟΝ, δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ με ακρίβεια και παρέμεινε περισσότερο ένα ακατέργαστο και ανολοκλήρωτο σχέδιο με μακρινή προοπτική. Καταφανής ήταν ο έντονος ιδεαλισμός του και η αυστηρή αφοσίωσή του στο Έθνος και η υπακοή του στο Κράτος, το οποίο υποτίθετο ότι θα έδινε στο άτομο μεγαλύτερη αλλά πειθαρχημένη ελευθερία. Ο ολοκληρωτισμός ήταν το απώτατο ιδανικό του καθεστώτος. Ιδεώδες του μεταξικού καθεστώτος ήταν η «πειθαρχουμένη ελευθερία»· σύμφωνα με τον Νικολούδη, το Νέον Κράτος ήθελε «Έλληνας πειθαρχημένους», διότι αποτελούσε «μόνιμον καθεστώς πειθαρχίας και τάξεως, μέσα εις το οποίον προηγείται το κράτος και έπεται ο πολίτης». Η οργανική αντίληψη του Μεταξά (σχεδόν αποκλειστικού σχεδιαστή της ιδεολογικής συγκρότησης του καθεστώτος) για το Κράτος ως «ζωντανού οργανισμού» απέρρεε από τις κολλεκτιβιστικές ιδέες της περιόδου, οι οποίες ευαγγελίζονταν την ταξική ειρήνη και συναδελφικότητα. Το άτομο θα έπρεπε να συγχωνευθεί με το Έθνος και η προσωπική του θέληση να υποταχθεί σε αυτήν του Κράτους.

Τα πάντα θα αποτελούσαν τμήμα του Κράτους, μέσω του οποίου και μόνο εκφραζόταν η συλλογική βούληση του ελληνικού Έθνους και όλες οι πτυχές της δημόσιας ζωής (εκπαίδευση, διανόηση, Εκκλησία, νεολαία κλπ.). Η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, που ιδρύθηκε το 1938 για την «προαγωγή των Ελληνικών Γραμμάτων και της Ελληνικής Τέχνης», είχε ως σκοπό τη συγκέντρωση υπό τη δικαιοδοσία της όλων των αναγνωρισμένων σωματείων και ενώσεων των λογοτεχνών και καλλιτεχνών. Βάοει του ιδρυτικού της νόμου, στη Στέγη συστεγάστηκαν α) η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, β) η Ένωσις Σωματείων Εικαστικών Τεχνών, και γ) η Ένωσις Ελλήνων Μουσουργών . Η ίδρυση του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ) το 193 7 καθιέρωνε το κρατικό μονοπώλιο στην έκδοση και διάθεση των διδακτικών συγγραμμάτων.

Εκπαιδευτική και πολιτιστική πολιτική

Σε πνευματικό επίπεδο, καινοτομώ αποτέλεσε η στροφή του μεταξικού καθεστώτος προς τη δημοτική γλώσσα. Ο ίδιος ο Μεταξάς χρησιμοποιούσε στους λόγους του μια απλουστευμένη, πλήρως κατανοητή από τον λαό γλώσσα και προέτρεπε τους νέους συγγραφείς να γράφουν στη γλώσσα «εις την οποίαν ο μέγας ποιητής Σολωμός έγραψε τον Εθνικόν ύμνον». Η προσπάθεια να καλλιεργηθεί και να καθιερωθεί η δημοτική χαρακτηρίστηκε από τον Μεταξά «προσπάθεια κατ’ εξοχήν εθνική και λαϊκή» και, μεταξύ άλλων, ήταν αποτελεσματικό εργαλείο για την αφομοίωση των ξενόφωνων. Τον Αύγουστο του 1936 (Α.Ν. 40) η χρήση της δημοτικής διευρύνθηκε στις τέσσερεις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου και το 1939 (ΑΝ. 1644) επεκτάθηκε και στις δύο τελευταίες. Τη στροφή αυτή συμπύκνωνε η τοποθέτηση του δημοτικιστή λογοτέχνη και δημοσιογράφου Κωστή Μπαστιά (εκδότη των Ελληνικών Γραμμάτων και συνεργάτη του Αλέξανδρου Δελμούζου) στη θέση του γενικού διευθυντή Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του υπουργείου Παιδείας. Η ίδρυση του ΟΕΣΒ (προδρόμου του ΟΕΔΒ) σκόπευε να καταπολεμήσει την κερδοσκοπία «κάποιων βιβλιοκαπήλων» και τη διάθεση των σχολικών βοηθημάτων στους μαθητές «εις φθηνός τιμάς». Στις 28 Νοεμβρίου 1938 ο Μεταξάς ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά το υπουργείο Παιδείας και στις 14 Δεκεμβρίου όρισε μια επιτροπή υπό τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη (καθηγητή της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης) για τη σύνταξη του τόμου Β’ της νεοελληνικής γραμματικής για τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς – η Νεοελληνική Γραμματική (της δημοτικής) τυπώθηκε τον Ιούνιο του 1941 . Τα πολιτικά συνδηλούμενα αυτής της κίνησης υποδηλώνονταν στον τόμο Α’, ο οποίος συνιστούσε την Ιστορική Εισαγωγή της γραμματικής: «το κράτος πρέπει να μιλήση στο λαό με τη γλώσσα του και μόνο με αυτή είναι δυνατό να τον μόρφωση». Η «νέα κοινή» θα γινόταν «όργανο ενός νέου πολιτισμού ελληνικού». Η «μητρική γλώσσα των νέων Ελλήνων» θα γινόταν, «κατάλληλα καλλιεργημένη, άξιο όργανο ενός νεοελληνικού πολιτισμού». Το «νέο γλωσσικό ιδανικό» του μεταξικού καθεστώτος επαγγελλόταν «ένα άνθισμα νεοελληνικού πολιτισμού […] ελληνικού πολιτισμού πρωτότυπου» (δηλαδή του Τρίτου Ελληνικού) και θα στοιχειοθετούσε «την ορμή και τη θέληση του έθνους για μια πραγματική αναγέννηση» . Στον δεύτερο τόμο, του 1941, αυτές οι αναφορές στην κοινή γλώσσα, ως γλωσσικό «όργανο ενός νέου πολιτισμού ελληνικού», απαλείφθηκαν από τα Προλεγόμενα και την Ιστορική Εισαγωγή, οι οποίες συνάχθηκαν εκ νέου από τον Τριανταφυλλίδη: Νεοελληνική Γραμματική (της δημοτικής), (εν Αθήναις: ΟΕΣΒ, 1941), σσ. λ-λα’.

Πέρα από τις πολιτικές συνδηλώσεις, η εκπαιδευτική και πολιτισμική πολιτική του καθεστώτος είχε και ουσιαστικό καλλιτεχνικό αντίκρισμα. Ο Μεταξάς, ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος, τοποθέτησε το θέατρο «εις την πρώτην γραμμήν του κυβερνητικού ενδιαφέροντος» και επιδίωξε «μίαν γενικωτέραν καλλιτεχνικήν αφύπνησιν» των «ευρύτερων μαζών του λαού». Συμμετείχε ενεργά στην ανάπτυξη της θεατρικής τέχνης (αυτοτελώς αλλά και ως προπαγανδιστικού εργαλείου) και έλαβε μια σειρά μέτρων ώστε το θέατρο να πλησιάσει περισσότερο το λαό. Στις 14 Μαΐου 1938 θεμελιώθηκε το Βασικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης και στις 8 Δεκεμβρίου 1939 ανακοινώθηκε η ίδρυση του Λυρικού Θεάτρου Αθηνών (της σημερινής Εθνικής Λυρικής Σκηνής)· ενισχύθηκε οικονομικά το Βασιλικό Θέατρο των Αθηνών (το οποίο τέθηκε υπό τη γενική διεύθυνση του Κ. Μπαστιά), επιχορηγήθηκε αδρά ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη, καθιερώθηκαν για πρώτη φορά παραστάσεις αρχαίου ελληνικού δράματος στο θέατρο της Επιδαύρου και συστηματοποιήθηκαν αυτές στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, και συστήθηκαν περιοδεύοντες θιάσοι (το «Αρμα Θέσπιδος») – τμήματα του Βασιλικού Θεάτρου, τα οποία θα διέδιδαν την τέχνη στις πιο απόμακρες περιοχές της χώρας. Η Εργατική Εστία επιδοτούσε τα εργατικά εισιτήρια για καλλιτεχνικές παραστάσεις και απέκτησε μάλιστα δικό της θέατρο στον Πειραιά για την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των εργατών. Στις 19 Δεκεμβρίου 1938 εγκαινιάσθηκε από τον Μεταξά η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών63, την οποία είχε εμπνευστεί ο Παντελής Πρεβελάκης, ως κέντρο «προς διοργάνωσιν διαλέξεων, εκθέσεων, συναυλιών, εορτών εν γένει και άλλων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων» και ως εντευκτήριο συνάντησης λογοτεχνών και καλλιτεχνών (βλ. παραπάνω, άρθρο 2 του ιδρυτικού νόμ0,Μ. καλλιτεχνική έκφραση δεν αφέθηκε ωστόσο απολύτως ελεύθερη. Με τον 446 «περί θεάτρου» της 25 Ιανουαρίου 1937 θεσπίστηκαν αυστηρές ρυθμίσεις (ο σεβασμός προς τα δημόσια ήθη και η απαγόρευση εκφοράς κομμουνιστικών και άλλων ανατρεπτικών ιδεών). Το 1937 έγιναν περικοπές στην παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή, ενώ η διδασκαλία του Επιτάφιου του Περικλή στα σχολεία απαγορεύτηκε (λόγω των δημοκρατικών του διδαχών).

Ιωάννα Παπαθανασίου, Αριστερά και δικτατορία

Μια συμβολική φωτογραφία – στιγμιότυπο από τις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη, με ημερομηνία 9 Μαΐου 1936, θα μπορούσε, δόκιμα ίσως, να λειτουργήσει ως εισαγωγή στο κείμενο αυτό που ασχολείται με την Αριστερά στα χρόνια της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Αποτυπώνει το σπαραγμό της μάνας στο δρόμο μπροστά στο πτώμα του νεαρού απεργού αυτοκινητιστή Τάσου Τούση. Υποδηλώνει την ένταση της κοινωνικής σύγκρουσης, εκείνες τις ημέρες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και ταυτόχρονα ορίζει, χωρίς λόγια, την τομή ανάμεσα στο πριν και στο μετά, ανάμεσα στην επιζητούμενη δημοκρατία και τον εκκολαπτόμενο αυταρχισμό, ανάμεσα στον πάσχοντα κοινοβουλευτισμό και στη δικτατορία που θα τον κατέλυε απροκάλυπτα μερικούς μήνες αργότερα.

Βεβαίως, η φωτογραφία έχει και τη δική της, αυτόνομη, ιστορία. Δημοσιευμένη τις επόμενες ημέρες στον ημερήσιο τύπο μαζί με άλλα στιγμιότυπα από τις συγκρούσεις των διαδηλωτών με τις δυνάμεις της χωροφυλακής, έγινε πηγή έμπνευσης για τον τότε 27χρονο, ανερχόμενο ποιητή, Γ. Ρίτσο. Με τον τίτλο «Μοιρολόι», η εφημερίδα Ριζοσπάστης φιλοξενούσε, στις 12 Μαΐου, τα πρώτα δείγματα της νέα ποιητικής του συλλογής. Ο «Επιτάφιος» γνώρισε εν τη γενέσει, τις διώξεις και τον αποκλεισμό. Παραδόθηκε στην πυρά μαζί με τα άλλα «απαγορευμένα βιβλία» που την καταστροφή τους προέκρινε η δικτατορία του Μεταξά.
Όσα δεν μνημόνευε ο υπότιτλος της φωτογραφίας κατανέμονταν ως συνδηλούμενα στα πρωτοσέλιδα και στις δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις της εποχής. Έτσι, η δυναμική παρουσία των απεργών καπνεργατών στην Καβάλα, στις Σέρρες, στη Δράμα και στο Βόλο, πλαισιώθηκε από τις εκδηλώσεις συμπαράστασης και αλληλεγγύης των άλλων κλάδων. Οι μαζικές κινητοποιήσεις για τη συλλογική σύμβαση εργασίας των καπνεργατών εύρισκαν υποστήριξη από τις δύο εργατικές συνομοσπονδίες, την Ενωτική και τη ΓΣΕΕ, στην πρώτη κοινή ανακοίνωση τους ύστερα από μακρά περίοδο διάστασης.

Το αίμα, οι 12 νεκροί διαδηλωτές και οι 300 τραυματίες, οι εκτεταμένα συμπλοκές που σημειώθηκαν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης και η λαϊκή συμμετοχή έδιναν στην καθολική διαμαρτυρία τη μορφή εξέγερσης. Τα γεγονότα επέβαλαν την άφιξη στην πόλη στρατιωτικών δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, έδωσαν τον τόνο στη γενική πανελλαδική απεργία, που προκηρύχθηκε για τις 13 Μαΐου. Ωστόσο το επιζητούμενο «ενιαίο μέτωπο πάλης της εργατικής τάξης» ευοδώθηκε μόνον εν μέρει και εντελώς προσωρινά. Μπροστά στην πίεση, η κυβέρνηση και οι καπνέμποροι αποδέχτηκαν τα περισσότερα από τα οικονομικά αιτήματα των απεργών. Το βασικό, όμως, πολιτικό σύνθημα των ημερών για την απομάκρυνση της κυβέρνησης Μεταξά έμεινε στο κενό. Καθώς η ΓΣΕΕ αρνήθηκε να το υιοθετήσει επίσημα, η «παραίτηση του Μεταξά» και ο «σχηματισμός κυβέρνησης από τη δημοκρατική πλειοψηφία της Βουλής» καταγράφηκαν μόνο στην ανακοίνωση της κοινοβουλευτικής ομάδας του Παλλαϊκού Μετώπου, αφού πρώτα εγκρίθηκαν από την ΚΕ του ΚΚΕ.

Σε κάθε περίπτωση, οι συνάφειες των κομμουνιστών με το απεργιακό κύμα που είχε εκδηλωθεί από τις 29 Απριλίου 1936 στις πόλεις, όπου η επεξεργασία του καπνού προσέδιδε μια ιδιαίτερα ταξική φυσιογνωμία, εδράζονταν σε κοινωνικές πραγματικότητες διαμορφωμένες σε βάθος χρόνου. Όπως αναγνώριζε και ο I. Μεταξάς, το ζήτημα δεν ήταν απλό. «Ο Κομμουνισμός από πολλά έτη, εισέδυσεν εις την εκπαίδευσιν και ήρχισε διαφθείρων την νεότητα. Η δε εργατική τάξις διετέλει υπό την εξουσίαν του». Τα γεγονότα του Μαΐου του 1936, σημείωνε σε άλλο σημείο, «θα συνέβαιναν ακόμη και αν δεν μεσολαβούσε η κομμουνιστική προπαγάνδα». Κρίνοντας πιθανή την επανάληψη «σοβαρών ταραχών», ο Μεταξάς τις συνέδεε με τους χαμηλούς μισθούς και με την έλλειψη κρατικής μέριμνας για την ασφάλιση, την υγεία και την ανεργία. Είχε προφανώς αντιληφθεί ότι, μέσα στην κοινωνική και πολιτική πόλωση, η αριστερά έβγαινε από το πολιτικό περιθώριο.

Έχοντας επιλύσει αρκετά από τα εσωτερικά προβλήματα τους τα τελευταία χρονιά, οι κομμουνιστές δοκίμαζαν μια νέα μετωπική πολιτική που απέδιδε καρπούς σε πολλαπλά επίπεδα. Η Αριστερά διεύρυνε σταθερά το πολιτικό της ακροατήριο, συσπείρωνε την κλιμακούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια και συγκροτούσε έναν κυρίαρχο πολιτικό λόγο απέναντι στο φασισμό. Δυνάμει ισχυρός αντίπαλος αντιμετωπίστηκε, με την επιβολή της δικτατορίας, ως βασικός εχθρός του καθεστώτος.
σ. 127-129

Στη διάρκεια της δικτατορίας τουλάχιστον 50.000 άτομα φέρετε ότι υπογράψαν τις περίφημες δηλώσεις μετανοίας, που εφηύρε ως μέθοδο η δικτατορία. Ο ξυλοδαρμός, η μέθοδος του ρετσινόλαδου, οι φυλακίσεις, οι εκτοπισμοί και οι ψυχολογικές πιέσεις συνιστούν κάποιες από τις πρακτικές που υιοθετήθηκαν για τον «αποχρωματισμό» των κομμουνιστών και τον παραδειγματισμό της κοινωνίας. Αποτέλεσμα βιασμού της πραγματικής θέλησης, οι δηλώσεις μαρτυρούσαν πάντα πραγματική ιδεολογική μεταστροφή. Όπως σημείωνε και ο Ά. Ελεφάντης, «κανείς δεν μπορεί να πάρει τον βασανιστή του για σωτήρα». Παρά τη δημοσιοποίηση στον Τύπο των ονομάτων και των κειμένων αποκήρυξης, οι περισσότεροι δηλωσίες μπορεί να αποστασιοποιήθηκαν προσωρινά, μπορεί να απαξιώθηκαν από το ίδιο τους το κόμμα, αλλά παρέμειναν πιστοί στην ιδεολογία τους. Αν τα βασανιστήρια έκαναν αρκετούς να «λυγίσουν», η επιχείρηση διασυρμού επέφερε, εντέλει, αποτελέσματα αντίθετα από τα επιζητούμενα.

Η ίδρυση του στρατοπέδου της Ακροναυπλίας, το Φεβρουάριο του 1937, απαντούσε στις ανάγκες του καθεστώτος. Καθώς οι διώξεις και οι εκτοπισμοί, ειδικά μετά την ψήφιση του «Ιδιώνυμου», ήταν μάλλον σύνηθες φαινόμενο, στη νέα κατάσταση, οι φυλακές και τα νησιά της εξορίας συμπληρώνονταν με ένα νέο θεσμό, το «στρατόπεδο πειθαρχημένης διαβίωσης Ακροναυπλίας» όπου συγκεντρώθηκαν οι αμετανόητοι. Από τους πρώτους που μεταφέρθηκαν ήταν ο Δ. Γληνός και οι 70 συνεξόριστοί του στην Ανάφη. Περισσότεροι από 1.000 κομμουνιστές ανέβηκαν, στη διάρκεια της δικτατορίας, τα σκαλοπάτια της Ακροναυπλίας για να γνωρίσουν τις πλέον ιδιάζουσες – μέχρι τότε – συνθήκες εγκλεισμού, πριν παραδοθούν από τις αρχές του στρατοπέδου, όσοι είχαν απομείνει το 1941, στους κατακτητές.

Η κομματική βάση που ασφυκτιά από τις πρώτες ημέρες της δικτατορίας στις εξορίες, ακολουθούσε κοινή πορεία με τον ηγετικό πυρήνα και το κομματικό στελεχικό δυναμικό που αποδυναμώνεται στην Ακροναυπλία και στις φυλακές. Η «αχτίδα Θ’» στις φυλακές Κέρκυρας, δηλαδή η πτέρυγα των πολιτικών κρατουμένων, έγινε ο «εφιαλτικός» τόπος κράτησης της ηγεσίας «Καθεστώς σκληρό κι απάνθρωπο, νηστείες απαγορεύσεις και το πιο φοβερό απ’ όλα: η απομόνωση… Η φήμη και η πραγματικότητα της φυλακής αυτής το δικαιολογούσαν. Ο Ν. Ζαχαριάδης, ο Μ. Παρτσαλίδης, ο Β. Νεφελούδης, ο Μ. Σινάκος ήταν μερικοί από τους έγκλειστους στην Κέρκυρα ηγέτες του ΚΚΕ. Εκεί άφησε την τελευταία του πνοή ο γραμματέας της ΟΚΝΕ Χρ. Μαλτέζος. Εκεί υπέγραψαν δήλωση ο αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας του Παλλαϊκού Μετώπου Στ. Σκλάβαινας και οι βουλευτές Μανωλέας και Τυρίμος. Οι δύο τελευταίοι, μάλιστα, συνεργάστηκαν στη συνέχεια με τη δικτατορία. Μετατρέπονταν σε φανατικούς διώκτες του ΚΚΕ.

Αναποτελεσματικό στην παρανομία, κυρίως μετά το μεγάλο «χτύπημα» της Ασφάλειας στις 5 Μαΐου 1938 και όσα ακολούθησαν σε δυο κύματα το 1939, το ΚΚΕ αναδιπλώνεται στους τόπους όπου κρατούνται οι κομμουνιστές. Αποκομμένοι για χρόνια από τον κοινωνικό ιστό, οι κρατούμενο: καλλιεργούν την αλληλεγγύη και προσωπικούς δεσμούς μεταξύ τους, αυτομορφώνονται και αναπτύσσουν μια εντυπωσιακή αυτάρκεια, που ορίζεται κάθε φορά από το πλαίσιο της ομάδας συμβίωσης. Σ’ αυτές τις αυτάρκεις έγκλειστες κομμουνιστικές μικροκοινωνίες οι κομματικές ιεραρχήσεις, αξίες και πρακτικές αναπαράγονται με ζήλο, ενώ η στέρηση και η αντοχή στις κακουχίες και στα βασανιστήρια δημιουργεί μια έπαρση που με τη σειρά της ανέδειξε τον ιδεότυπο του κομμουνιστή. Οι φυλακές και οι εξορίες γίνονται σταδιακά μοναδικοί θύλακες της κομματικής ορθοδοξίας και της «κομματικότητας». Τον εργατισμό του Μεσοπολέμου διαδέχεται ένα νέο πρότυπο. Οι «αλύγιστοι δεσμώτες» ταυτίζονται με το Κόμμα, το οριοθετούν αυστηρά στους χώρους εγκλεισμού και γίνονται μοναδικοί τιμητές του κομματικού συμφέροντος. Στο όνομα του απαξιώνουν τους δηλωσίες αλλά και καταγγέλλουν αυθαίρετα όποιον αναγνωρίζουν ή θεωρούν ως προδότη και εσωτερικό εχθρό.

Λίγο πριν από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, περίπου 2.000 άτομα, το σύνολο σχεδόν του κομματικού στελεχικού δυναμικού και η καθοδήγηση του, κατανέμονται σύμφωνα με στοιχεία που δίνει το ΚΚΕ ως εξής: «Ακροναυπλία 630, Ανάφη 220, Αϊ-Στράτης 230, Αίγινα 170, Φολέγανδρος 130, Τρίπολη κ.ά. φυλακές 500, Κίμωλος 36, Ασβεστοχώρι 17, Ίος, Σίφνος, Αμοργός, Πύλος κλπ περίπου 50».

Φορείς της κομματικής αυθεντίας, θεωρούν εαυτούς επέκταση της ηγετικής ομάδας και μοναδικούς γνήσιους εκπροσώπους της «παγκόσμιας επανάστασης» η οποία εκείνη την εποχή ταυτίζεται με την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ. Για τους λόγους αυτούς, μέσα από τις απόλυτες ταυτίσεις, συμπαρατάχθηκαν χωρίς αμφισβήτηση με την έγκλειστη ηγεσία, όταν η άρνηση του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο έβαζε την Ελλάδα στην τροχιά του πολέμου.