Η 4η Αυγούστου και ο Τύπος

Tις παραμονές της δικτατορίας του Mεταξά, το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα δοκιμαζόταν, για άλλη μία φορά, από πολιτική αστάθεια, και οι προσπάθειες για εξασφάλιση ισχυρής, δημοκρατικής κυβέρνησης αποτύγχαναν η μία μετά την άλλη. Ο ισχυρός ανταγωνισμός του παρελθόντος είχε προκαλέσει διχασμό ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, που ήταν συνεχώς απασχολημένα με τον πόλεμο προς εξασφάλιση πολιτικής προστασίας, ενώ οι ανίσχυροι ψηφοφόροι βασίζονταν στους πολιτικούς που θα μεσολαβούσαν, για λογαριασμό τους, στον διεφθαρμένο κρατικό μηχανισμό.

Ο Τύπος ήταν το πλέον σημαντικό μέσο που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες πολιτικοί για να προωθήσουν τα συμφέροντα του κόμματός τους – μια πρακτική που απαιτούσε στενή επαφή με το εκλογικό σώμα σε σταθερή βάση. Οι εφημερίδες εκείνης της εποχής ήταν ο κατ’ εξοχήν δημοφιλής τρόπος για διάδοση πληροφοριών και, λόγω του ότι εξέφραζαν ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, γοήτευαν τους αναγνώστες και επηρέαζαν τις πολιτικές απόψεις τους. Οι εφημερίδες, λοιπόν, είχαν επιβληθεί όχι μόνον ως διασπορείς πολιτικών ιδεολογιών, αξιών και εσφαλμένων αντιλήψεων, αλλά και ως «διαμορφωτές» της κοινής γνώμης. Από την άποψη αυτή, εξασκούσαν τρομακτική επιρροή στην ελληνική πολιτική σκηνή και χρησιμοποιούνταν ευρύτατα για προπαγανδιστικούς σκοπούς. Ο ισχυρός αυτός αντίκτυπος των εφημερίδων, που συχνά εκφραζόταν μέσω σκανδαλοθηρικών και βίαιων επικρίσεων, αποτυπώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από το ποιητικό μόττο της εποχής: «Ή υπούργημα μου δίνεις ή εφημερίδα βγάζω». Ο στατιστικός πίνακας που ακολουθεί απεικονίζει παραστατικά, και μόνο για την Αθήνα, τις ημερήσιες και περιοδικές εκδόσεις, λίγο πριν καταλάβει την εξουσία ο Μεταξάς τον Αύγουστο του 1936:

Ημερήσιος και περιοδικός Τύπος στην Αθήνα το 1935 (ανά συχνότητα έκδοσης)

  Συχνότητα έκδοσης Εφημερίδες Περιοδικά
Καθ’ εκάστην 33 4
Δις εβδομαδιαίως 2
Τρις της εβδομάδος 4
Άπαξ της εβδομάδος 14 60
Κατά δεκαπενθήμερον 14
Κατά μήνα 42
Κατ’ έτος
Άπαξ εκδοθέντα 9
Ακαθορίστως 6
Σύνολον 49 139

Ημερήσιος και περιοδικός Τύπος στην Αθήνα το 1935 (ανά περιεχόμενο)

  Χαρακτηρισμός Ύλης Εφημερίδες Περιοδικά
Πολιτικο-κοινωνική 43 41
Εμπορικο-οικονομική 13
Τουρ.-Υγιεινής-Αθλητισμός 1 8
Καλλιτεχνική 6
Λογοτεχνική 1 34
Φιλοσοφική 1
Θρησκευτική 1 3
Επιστημονική 1 4
Τεχνική 5
Αγροτική-Γεωργική-Δασολ. 6
Ειδησεογραφική 5
Σατυρική 1 2
Νεότητος 1 5
Εγκυκλοπαιδική
Επαγγελματική 3
Ακαθόριστος 3
Σύνολον 49 139

Όπως φαίνεται και στον παραπάνω πίνακα, 33 εφημερίδες, οι περισσότερες πολιτικοκοινωνικού περιεχομένου, και 4 περιοδικά εκδίδονταν ημερησίως. Είναι φανερό πως η κυβέρνηση, που ήλεγχε τον Τύπο, ήλεγχε και καθοδηγούσε την κοινή γνώμη ενώ, συγχρόνως, εξασφάλιζε τη διάδοση της πολιτικής της γραμμής.

Ο Μεταξάς, που γνώριζε καλά ότι «ο Έλλην δεν δύναται να ζήση χωρίς εφημερίδα», εξασφάλισε τον ολοκληρωτικό έλεγχο του Τύπου, καθώς και όλων των άλλων μέσων μαζικής ενημέρωσης, αμέσως μόλις κατέλαβε την εξουσία και αφού ανέστειλε όλα τα συνταγματικά δικαιώματα.

Το απόγευμα της 4ης Αυγούστου 1936, η αστυνομία εισέβαλε στα γραφεία των εφημερίδων και τα τυπογραφεία και διέκοψε τη διαδικασία για την έκδοση των φύλλων της επόμενης ημέρας, ενώ, συγχρόνως, παρέδωσε εμπιστευτικές οδηγίες που σκιαγραφούσαν τον ρόλο και την αποστολή των εφημερίδων, καθώς και συγκεκριμένες λειτουργίες τους. Σύμφωνα με αυτές τις οδηγίες, απαγορευόταν στον Τύπο να δημοσιεύσει οποιασδήποτε μορφής κριτική του καθεστώτος. Αντίθετα, και οι οδηγίες το ξεκαθάριζαν, όλα τα έντυπα θα εξεθείαζαν τη νέα κυβέρνηση και θα εξήραν τα επιτεύγματά της. Οτιδήποτε μπορούσε να υπαινιχθεί ότι είχε επιβληθεί λογοκρισία, συμπεριλαμβανομένων των κενών διαστημάτων, απαγορευόταν αυστηρά. Δεν επιτρεπόταν να δημοσιευθεί τίποτα σχετικά με την κυβερνητική χρηματοοικονομική πολιτική, με το νόμισμα και το δημόσιο χρέος, ενώ απαγορευόταν οποιαδήποτε αναφορά σε πολιτικά κόμματα ή στους αρχηγούς τους. Το ίδιο ίσχυε και για ειδήσεις που αναφέρονταν στη δράση σωματείων, καθώς και άλλων οργανώσεων, παρεκτός και αυτές οι δραστηριότητες έχαιραν της επιδοκιμασίας του καθεστώτος. Απαγορευόταν οποιαδήποτε αναφορά σε αύξηση τιμών, κόστος ζωής, παράνομα κέρδη, εγκλήματα, ή ακόμα και σε φυσικές καταστροφές. Όλα τα έντυπα έπρεπε να εξετάζονται σχολαστικά και να επικυρώνονται από τον υπεύθυνο λογοκρισίας πριν από την κυκλοφορία τους. Ο Αναγκαστικός Νόμος 23, ο οποίος θεσπίστηκε στις 19 Αυγούστου 1936, καθόρισε το περιεχόμενο, τη μέθοδο παραγωγής και τον τρόπο διανομής των εφημερίδων. Με τον Αναγκαστικό Νόμο 45 της 31ης Αυγούστου 1936 ιδρύθηκε το Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού, με εμπνευσμένο υφυπουργό τον Θεολόγο Νικολούδη, παλαιό πολιτικό, εκδότη της εφημερίδας Πολιτεία και, κυρίως, στενό φίλο του Μεταξά. Όμως, και παρά τον εξεζητημένο τίτλο του, το ΥΤΤ ήταν, στην πραγματικότητα, Υφυπουργείο Προπαγάνδας και Διαφώτισης, όπως το Άρθρο 1(α) του Αναγκαστικού Νόμου 45, «Περί συστάσεως Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού», διευκρινίζει με κάθε λεπτομέρεια:

Το Υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού διέπει και ρυθμίζει άπαντα τα ζητήματα τα αφορώντα εις την διαφώτισιν της δημοσίας γνώμης, ήτοι τα ζητήματα τα αναγόμενα εις τον ελληνικόν και ξένον ημερήσιον και περιοδικόν τύπον, τα πάσης φύσεως Συνέδρια και Εκθέσεις, το Θέατρον, τον κινηματογράφον, τας πλάκας γραμμοφώνου, τας παντός είδους διαφημίσεις, τας διαλέξεις, τας εκδόσεις, και εν γένει τας πάσης φύσεως εντύπους, διά ζώσης και διά μηχανημάτων εκδηλώσεις, ίνα αύται ευρίσκωνται εντός του πλαισίου των εθνικών παραδόσεων και ιδεωδών, μετέχον και του ελέγχου των ραδιοφωνικών εκπομπών.

Ο Μεταξάς, με τη σύμφωνη γνώμη του Νικολούδη, και προκειμένου να υπογραμμίσει τη σπουδαιότητα των παραπάνω νομοθετικών μέτρων, να διαπιστώσει την αποτελεσματική εφαρμογή τους από τους ενδιαφερόμενους φορείς, και, συγχρόνως, να καταστείλει οποιασδήποτε μορφής αντιπολίτευση, αποφάσισε να επικοινωνεί ο ίδιος με τους δημοσιογράφους. Ο δικτάτορας συγκάλεσε τους εκπροσώπους του Τύπου στην Αθήνα στις 13 Σεπτεμβρίου 1936 και ο λόγος που τους εκφώνησε αποδεικνύει ότι είχε επίγνωση της δύναμης που διέθετε ο Τύπος, ως όργανο προπαγάνδας, και ήταν αποφασισμένος να την ελέγξει και να την εκμεταλλευτεί στο έπακρο. Παρομοίασε τον Τύπο με ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που μετέτρεψε τον ηλεκτρισμό σε φως, θερμότητα, κίνηση και άλλες μορφές ενέργειας. Ο Μεταξάς ισχυρίστηκε ότι, με τον ίδιο τρόπο, ο Τύπος μπορεί να μεταμορφώσει την κοινή γνώμη σε αποτελεσματικό αρωγό στην κυβερνητική πολιτική:

Ο Τύπος, κύριοι, είναι μια επιχείρησις εκμεταλλεύσεως μιας μεγάλης δυνάμεως, η οποία υπάρχει διάχυτος εις την ελληνικήν κοινωνίαν και λέγεται «Κοινή Γνώμη» […] Δεν είναι δυνατόν να αφήση κανείς μίαν τοιαύτην υλικήν δύναμιν απλώς και ως έτυχεν εις τα χέρια του ενός εκάστου ιδιώτου. Βλέπετε λοιπόν, […] η πρώτη θυσία την οποίαν έχει ο Τύπος να υποστή είναι να γίνη, ούτως ειπείν, συνεργάτης του Κράτους, συνέταιρος του Κράτους, εις την εν γένει κατεύθυνσιν της Κοινής Γνώμης. […] Όλας τας εφημερίδας θα τας συνδέη ένα κοινόν χαρακτηριστικόν. Η τελεία επαφή προς το Κράτος και η εξυπηρέτησις των σκοπών του Κράτους και της κοινωνίας υπό την κατεύθυνσιν του Κράτους.

Προκειμένου να πείσει τους δημοσιογράφους για την ειλικρινή υποστήριξή του, ο Μεταξάς αυτοπαρουσιάστηκε ως συνάδελφος δημοσιογράφος, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που είχε παρουσιαστεί ο Γκαίμπελς τον Μάρτιο του 1933. Στον λόγο που εκφώνησε για τους δημοσιογράφους στη Θεσσαλονίκη, στις 25 Οκτωβρίου 1936, ο Μεταξάς δήλωσε ότι, ως δημοσιογράφος, είχε επίγνωση όλων των προβλημάτων και δυσκολιών της δημοσιογραφίας, καθώς και της σπουδαίας αποστολής της. Ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι περισσότερο από δημοσιογράφος ήταν πολιτικός, και με αυτή την ιδιότητα ενδιαφερόταν να διαμορφώσει, μάλλον, την κοινή γνώμη παρά να την εκφράσει:

Είναι πράγμα σπουδαιότατο, για έναν που κυβερνάει έναν τόπο, να έχη τον Τύπο βοηθό. Γιατί ναι μεν δεν ημπορούμε να πούμε ότι εμείς μορφώνουμε την κοινή γνώμη, γιατί σήμερα μορφώνεται μοναχή της από τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα της κοινωνίας, αλλά την εκδηλώνουμε όμως την κοινή γνώμη […] με τον ημερήσιο Τύπο. Γι’ αυτό εννοείτε πολύ καλά τι όργανο μεγάλο είναι ο Τύπος, όταν είναι στη διάθεση μιας Εθνικής Κυβερνήσεως […] για την υποστήριξη του έργου της.

Η χρησιμότητα του Τύπου, ως αποτελεσματικού εργαλείου προπαγάνδας, αποδεικνύεται με τα πολυάριθμα νομοθετικά μέτρα που έλαβε το ΥΤΤ για να εξασφαλίσει την ολοκληρωτική εποπτεία και χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις του Υπουργείου, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών της δικτατορίας του Μεταξά εκδόθηκαν 14 νέοι Αναγκαστικοί Νόμοι και Βασιλικά Διατάγματα. Ανάμεσα σε αυτά είναι και το Βασιλικό Διάταγμα της 28ης Φεβρουαρίου 1937 που καθόριζε τις διευθύνσεις και τις υπηρεσίες του νεοσύστατου ΥΤΤ, καθώς και την κατανομή του προσωπικού του. Στο Άρθρο 2 του Διατάγματος αναπτύσσεται η διαίρεση της Διεύθυνσης Ελληνικού Τύπου στα παρακάτω τμήματα:

  • α) Τμήμα Παρακολουθήσεως Εσωτερικού Τύπου
  • β) Γραφείον Λαϊκής Διαφωτίσεως
  • γ) Γραφείον Νομοθεσίας του Εσωτερικού Τύπου
  • δ) Γραφείον Εποπτείας του Εσωτερικού Τύπου

Εις την αρμοδιότητα του Γραφείου Λαϊκής Διαφωτίσεως, ανάγονται:

  • α) Η διάδοσις ιδεολογικών αρχών εν τω πλαισίω των Εθνικών παραδόσεων και επιδιώξεων.
  • β) Η ανακοίνωσις εις τον εσωτερικόν Τύπον παντός επισήμου δημοσιεύματος.
  • γ) Η παροχή εις τον εσωτερικόν Τύπον και το κοινόν πάσης πληροφορίας δυναμένης να ενδιαφέρη αυτούς.
  • δ) Η έκδοσις Μηνιαίου Δελτίου του Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού, ως και παντός άλλου δημοσιεύματος δυναμένου να εξυψώσει το Εθνικόν φρόνημα και διαδώση τας Εθνικάς αρχάς του Κράτους.
  • ε) Η συγκρότησις και συντήρησις Βιβλιοθήκης επί θεμάτων αναγομένων εις τον Τύπον.

Με αυτό το Βασιλικό Διάταγμα όλες οι ελληνικές και ξένες εφημερίδες –που εκδίδονταν στην Ελλάδα και υπάγονταν στους ίδιους περιορισμούς–, όπως και όλες οι εκδόσεις, μεταλλάχθηκαν σε όργανα προπαγάνδας του μεταξικού καθεστώτος. Ο Αναγκαστικός Νόμος 1092 «Περί Τύπου», που εγκρίθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 1938, ήταν ο πλέον αυστηρός και ήταν αυτός που έθεσε ολοκληρωτικά τον Τύπο υπό τον κρατικό έλεγχο. Ο Νόμος «Περί Τύπου» εισήγαγε αυστηρότερους κανονισμούς ως προς την κάλυψη των ειδήσεων και επέβαλε υψηλά πρόστιμα για τα άρθρα που δημοσιεύονταν χωρίς να έχουν εγκριθεί από το καθεστώς. Οι εφημερίδες ήταν υποχρεωμένες να δημοσιεύουν όλο το υλικό που διένεμε καθημερινά το ΥΤΤ και είχε την ένδειξη «υποχρεωτικό», και στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν πολλές ειδήσεις από το εξωτερικό, κυρίως από γερμανικές πηγές. Οι γερμανικές ειδήσεις δημοσιεύονταν, στην αρχή τουλάχιστον του μεταξικού καθεστώτος, τακτικά στις καθημερινές εφημερίδες της ελληνικής επικράτειας, ως μέρος τής καλώς ενορχηστρωμένης εκστρατείας της γερμανικής προπαγάνδας. Σύμφωνα με εμπιστευτικές αναφορές του Ουότερλο προς τον Ήντεν, υπήρχε τακτική απροκάλυπτη προπαγάνδα, υπέρ της Γερμανίας, από τα τοπικά φύλλα. Υπήρχε η φήμη ότι οι εκδότες αυτών των εφημερίδων ελάμβαναν, από γερμανικές πηγές, 2.000 δραχμές για κάθε άρθρο που δημοσίευαν. Αυστηρή λογοκρισία εφαρμοζόταν και στην αλληλογραφία με το εξωτερικό, καθώς και σε όλες τις δημόσιες ομιλίες, το περιεχόμενο των οποίων ήταν περιορισμένο και σύμφωνο με τις αξίες που είχαν καθιερωθεί από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.

Τα πρωινά και απογευματινά δελτία ειδήσεων διανέμονταν σε όλες τις υπηρεσίες του δημόσιου τομέα, απανταχού της επικράτειας. Με τον ίδιο τρόπο, οι εβδομαδιαίες, μηνιαίες και ετήσιες εκδόσεις που δημοσίευαν τα επιτεύγματα του καθεστώτος, ομιλίες και εξαγγελίες, καθώς και τις ανταποκρίσεις από το εξωτερικό που υμνούσαν την κυβέρνηση, εξασφάλιζαν την «κατάλληλη» διαφώτιση ολόκληρου του πληθυσμού. Επιπλέον, το Γραφείο Λαϊκής Διαφωτίσεως εξέδωσε πληθώρα εντύπων στα οποία αναφέρονταν με λεπτομέρειες τα επιτεύγματα της κυβέρνησης, οδηγίες για την ηθική ανύψωση πληθυσμού και αναφορές που εξέθεταν τους «εχθρούς» του Κράτους.

Ανάμεσα σε αυτές τις εκδόσεις συμπεριλαμβάνονται και 33 βιβλία με τίτλους όπως: Νέα Ζωή, Ο κομμουνισμός εις την Ελλάδα, Το Νέον Κράτος, Ο Ιωάννης Μεταξάς προς τους εργάτας, Οι νέοι νόμοι περί Τύπου, Το Νέον Κράτος και ο ρόλος της ΕΟΝ, Λόγοι του Αρχηγού προς τους αγρότας, Τέσσερα χρόνια διακυβερνήσεως Ιωάννου Μεταξά κ.λπ. Όλες αυτές οι εκδόσεις, καθώς και πολλές άλλες παρόμοιας φύσεως, κοσμούσαν όλες τις δημόσιες βιβλιοθήκες και τα γραφεία του Δημοσίου. Το Γραφείο Ξένου Τύπου εξέδιδε ένα μηνιαίο δελτίο ειδήσεων σε τέσσερις γλώσσες –αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά– ώστε η προπαγάνδα του καθεστώτος να προσεγγίσει τόσο τους ξένους όσο και τους Έλληνες που ζούσαν στην αλλοδαπή. Επίσης, μέχρι το 1940 κυκλοφόρησαν στα γαλλικά (Bulletin Hebdomadaire de Documentation) 196 εβδομαδιαίες εκδόσεις, άκρως προπαγανδιστικού περιεχομένου.

Ο Μεταξάς πίστευε ότι έννοιες όπως «ελευθερία της έκφρασης» και «απόλυτη αντικειμενικότητα» δεν υφίστανται, και ότι οι δημοσιογράφοι θα έπρεπε να λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο της ιδεολογίας και της πολιτικής που εφάρμοζε η κυβέρνηση. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε να γίνουν καίριες αλλαγές και να προσαρμοστεί ο τρόπος παρουσίασης των ειδήσεων στις ανάγκες του νέου Κράτους· του Κράτους της 4ης Αυγούστου. «[…] Και θα παρουσιάσετε τον ελληνικόν Τύπον ούτως ώστε να είναι σύντροφος της ελληνικής κοινωνίας και μεγάλος βοηθός του Εθνικού Κράτους», προειδοποίησε ο Μεταξάς τους δημοσιογράφους τον Οκτώβριο του 1936, και όλος ο κρατικός μηχανισμός προσανατολιζόταν προς αυτό τον στόχο. Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, που εκείνη την εποχή εργαζόταν στο νεοσύστατο ΥΤΤ, σχολίασε τον ρόλο των δημοσιογραφικών οργάνων του καθεστώτος:

Μοίραζαν στις εφημερίδες τους λόγους των επισήμων ή των φίλων τους, με ακριβή προσδιορισμό της θέσης και του τρόπου που θα δημοσιευότανε· εντολές για τα διάφορα σχόλια, ή το κύριο άρθρο, που γραφότανε τη νύχτα αδιάφορα και νυσταλέα. Αυτά γινότανε όπως-όπως και τους ήταν αρκετά. «Γιατί θα βγάλουμε δική μας εφημερίδα, αφού όλες οι εφημερίδες του πανελληνίου είναι δικές μας;» […]. Έπειτα ο βαθύτερος φόβος τους ήταν πως η κυκλοφορία μιας εφημερίδας είναι ένα καθημερινό δημοψήφισμα – και δεν είχαν καμιά διάθεση να το κάνουν.

Η αλήθεια είναι πως ο Μεταξάς δεν δυσκολεύτηκε να ελέγξει τον Τύπο. Οι περισσότεροι από τους ιδιοκτήτες εφημερίδων και οι αρχισυντάκτες (ακόμα κι αυτοί που στο παρελθόν είχαν επικρίνει τον Μεταξά) υπηρέτησαν με μεγάλη ευχαρίστηση, και από την πρώτη ημέρα, τα συμφέροντα του καθεστώτος. Η μόνη εφημερίδα που η κυκλοφορία της απαγορεύτηκε αμέσως ήταν το κομμουνιστικό φύλλο Ριζοσπάστης, που δημοσίευσε το πρωί της 4ης Αυγούστου άρθρο σχετικό με την επερχόμενη δικτατορία, ενώ ο Παναγιώτης Κορνάρος, ο αρχισυντάκτης της, φυλακίστηκε. Η εφημερίδα συνέχισε να εκδίδεται παράνομα, χωρίς όμως να αποτελεί απειλή για το καθεστώς, ενώ η Ελευθέρα Γνώμη ανέστειλε την κυκλοφορία της, στις 21 Ιανουαρίου 1937, μετά από δίωξη εις βάρος του εκδότη της Κοκκινάκη επειδή ο Μεταξάς θεώρησε ότι το σημείωμα με τίτλο «Βορβοροφάγοι» στρεφόταν εναντίον του. Οι υπόλοιπες εφημερίδες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, μεταβλήθηκαν σε εργαλεία προπαγάνδας, δημοσιεύοντας άρθρα γεμάτα ενθουσιασμό και εκθειάζοντας τις αρετές της δικτατορίας.

Στο κάτω-κάτω, οι δουλειές σημείωναν ραγδαία πρόοδο εφόσον ο Μεταξάς παραχώρησε, με τον Αναγκαστικό Νόμο 23/36, της 19ης Αυγούστου 1936, πολλά προνόμια στους ιδιοκτήτες και τους αρχισυντάκτες των εφημερίδων, με αντάλλαγμα την πλήρη συνεργασία και την ανεπιφύλακτη υποστήριξή τους. Το Άρθρο 3 αυτού του νόμου επέτρεψε να αυξηθεί η τιμή των εφημερίδων από μία δραχμή σε δύο, ενώ το Άρθρο 5 παραχώρησε φορολογική ατέλεια για το εισαγόμενο χαρτί που προοριζόταν για την εκτύπωση εφημερίδων. Ο ίδιος νόμος προνόησε για την κατά 25% αύξηση των μισθών των εργαζομένων στον Τύπο, ενώ η Κυριακή αναγνωρίστηκε ως ημέρα αργίας. Επιπλέον, καταρτίστηκαν συλλογικές συμβάσεις ανάμεσα στους ιδιοκτήτες και το προσωπικό των εφημερίδων. Ο επί μακρόν παραμελημένος επαρχιακός Τύπος, που μέχρι τότε εξέδιδε μόνον ολιγοσέλιδα φύλλα που δημοσίευαν τοπικά νέα, απέκτησε νέο κύρος και σπουδαιότητα, αφού κυκλοφορούσε τακτικά με το υλικό που διένεμε η κυβέρνηση, και επωφελήθηκε, και αυτός, από τα προνόμια που παραχώρησε η δικτατορία. Για να εξασφαλίσει τον ολοκληρωτικό έλεγχο του επαρχιακού Τύπου και, συγχρόνως, να εξακριβώνει την ενθουσιώδη υποστήριξή του, το καθεστώς ίδρυσε, τον Ιανουάριο του 1937, το Γραφείο Επαρχιακού Τύπου, έργο του οποίου «είναι η παρακολούθησις όλων των επαρχιακών εφημερίδων και η επίλυσις των δι’ αυτών θιγομένων ζητημάτων, δι’ ενεργειών του εις τα αρμόδια Υπουργεία». Η εγκύκλιος που εστάλη σε όλους τους αρχισυντάκτες απαιτούσε την αποστολή δύο αντιγράφων από κάθε φύλλο στο Γραφείο Επαρχιακού Τύπου. Το ειδικά επιφορτισμένο προσωπικό εξέταζε ενδελεχώς αυτά τα φύλλα και, αφού επέλεγε το υλικό που απαιτούσε προσοχή, στη συνέχεια το προωθούσε στα αρμόδια γραφεία. Ένα από τα βασικά καθήκοντα του «ειδικά επιφορτισμένου προσωπικού» ήταν η επιλογή και δημοσίευση στο Μηνιαίον Δελτίον Τύπου όλων των δημοσιευμάτων που εξυμνούσαν το καθεστώς. Το παρακάτω άρθρο, που δημοσιεύτηκε στην επαρχιακή εφημερίδα Κορινθιακή Ηχώ, μας δίνει ένα μέτρο της εκτίμησης που έτρεφε ο επαρχιακός Τύπος για το καθεστώς:

Αι εφημερίδαι των επαρχιών αι οποίαι έρχονται εις στενοτέραν και συχνοτέραν επικοινωνίαν με τον μοχθούντα και βιοπαλεύοντα κόσμον έχουν τελείως παραμεληθεί εις το παρελθόν. Σήμερον τα πράγματα άλλαξαν. Το Κράτος εν τη μερίμνει της εξυψώσεως του Τύπου έστρεψε την προσοχήν του και προς τον Τύπον της Ελληνικής Επαρχίας.

Επιπλέον, επειδή τα περισσότερα προς δημοσίευση άρθρα τα διένεμαν οι επιφορτισμένοι με θέματα Τύπου προπαγανδιστές, μαζί με λεπτομερείς οδηγίες που καθόριζαν ακόμα και το μέγεθος και τις διαστάσεις του άρθρου, η δουλειά των δημοσιογράφων και των αρχισυντακτών έγινε πολύ ευκολότερη. Όσες πληροφορίες προέρχονταν από άλλες πηγές εξετάζονταν με προσοχή και εγκρίνονταν από τον υπεύθυνο λογοκρισίας. Από αυτή την άποψη, ο Τύπος περιορίστηκε, και από δυνατή, ανεξάρτητη, ενημερωτική δύναμη έγινε ένα απλό προπαγανδιστικό εργαλείο. Στην πραγματικότητα, οι αρχισυντάκτες και οι δημοσιογράφοι μετατράπηκαν σε δημοσίους υπαλλήλους, ενώ οι εκδότες και ιδιοκτήτες λειτουργούσαν, σύμφωνα με τον Νόμο «Περί Τύπου», ως διευθυντές η βασική ευθύνη των οποίων ήταν η συμμόρφωση των εφημερίδων με τους περί Τύπου κανονισμούς. Επιπλέον, ο Αναγκαστικός Νόμος 1093, της 22ας Φεβρουαρίου 1938, και το Βασιλικό Διάταγμα της 9ης Μαΐου 1938 καθιέρωσαν ένα Μητρώον Τύπου, και όλοι όσοι απασχολούνταν στον Τύπο ήταν υποχρεωμένοι να εγγραφούν σε αυτό. Η υποχρέωση αυτή, που, κατ’ ουσίαν, παρείχε στους υποψήφιους δημοσιογράφους τη δυνατότητα να αρχίσουν να εργάζονται, προϋπέθετε και τη συμμόρφωση με ορισμένες απαιτήσεις και αρχές που είχαν τεθεί από το ΥΤΤ.

Δεν ήταν, όμως, μόνον ο ελληνικός Τύπος που εξεθείαζε οικειοθελώς το νέο καθεστώς. Πολλές εφημερίδες στην Ευρώπη, όπως και αλλού, υμνούσαν τη δικτατορία και υπογράμμιζαν τη σημαντική αποστολή της και, ιδιαίτερα, τη συμβολή της στην αντίσταση εναντίον του κομμουνισμού. Εξάλλου, η αυστηρή λογοκρισία φρόντιζε ώστε η ανταπόκριση από το εξωτερικό να είναι ευνοϊκή προς τη δικτατορία και, συχνά, αυτού του είδους οι δημοσιεύσεις γίνονταν πρωτοσέλιδα. Τα περισσότερα από τα ξένα άρθρα που εξυμνούσαν το μεταξικό καθεστώς προέρχονταν από χώρες με κυβερνήσεις παρόμοιου τύπου, και εξέφραζαν όχι μόνο τα αισθήματά τους προς την ελληνική κυβέρνηση αλλά και τις αξίες και τα ιδεώδη του δικού τους καθεστώτος. Το παρακάτω απόσπασμα από τη γερμανική εφημερίδα Η Εφημερίς του Λαού της Κολωνίας, που δημοσιεύτηκε στην Εστία στις 20 Οκτωβρίου 1936, μας δίνει μια ιδέα για τον τρόπο που παρουσίαζε τον Μεταξά ένα μέρος του Τύπου της αλλοδαπής:

Αυτό που πραγματικά επιζητεί ο Μεταξάς είναι κατά βάθος εκείνο το οποίο επιτεύχθη εις την Ιταλίαν, την Τουρκίαν και πρωτίστως εις το Τρίτο Ράϊχ. Ο Μεταξάς θέλει ο Ελληνικός Λαός να επανεύρει τον εαυτό του και προπάντων το μεγάλο του παρελθόν.

Με τον ίδιο τρόπο, το παρακάτω απόσπασμα από άρθρο της εφημερίδας του Χρηματιστηρίου του Βερολίνου –Εφημερίς του Χρηματιστηρίου– που δημοσιεύτηκε και αυτό στην Εστία, στις 6 Νοεμβρίου 1936, εξυμνεί τον Μεταξά και το κατεστημένο του ΥΤΤ:

Ο Μεταξάς, άμα τη αναλήψει της εξουσίας, αντιλήφθη ότι δεν ημπορεί να υπάρχει η απαιτούμενη πειθαρχία διά την διαχείρισιν των υποθέσεων της χώρας υπό της Κυβερνήσεώς του εφόσον η ελευθερία του τύπου υπερβαίνει κάθε όριο και καταντά αναρχία. Ούτως και αι κομμουνιστικαί εφημερίδαι επαύθησαν. Ιδρύθη το ΥΤΤ υπό την διεύθυνσιν του κ. Νικολούδη Θεολόγου διά να κατευθύνει τας ενέργειας του τύπου εις τρόπον ώστε ούτος να παύσει να είναι ιδιωτική επιχείρησις και να καταστεί, ως επιβάλλεται, πολύτιμος εθνικός παράγων.

Πρέπει να σημειωθεί πως τα παραπάνω αποσπάσματα από άρθρα του ξένου Τύπου –δείγματα από μεγάλο αριθμό άρθρων που δημοσιεύτηκαν από το Γραφείο Τύπου– προέρχονται από μικρές και ασήμαντες ξένες εφημερίδες και αντανακλούν την προσπάθεια της κυβέρνησης να πείσει τους Έλληνες ότι έχαιρε ευρείας αποδοχής και γενικής συναίνεσης. Η Ελένη Βλάχου, κόρη του ιδιοκτήτη και εκδότη της συντηρητικής Καθημερινής, σχολίασε, πολλά χρόνια αργότερα, επί των πολιτικών «δρώμενων» κατά τη διάρκεια του μεταξικού καθεστώτος:

Ξεφυλλίζοντας την Καθημερινή εκείνης της εποχής αναγνωρίζω τώρα τα σημάδια της κακής αρρώστιας πολύ πιο καθαρά από ό,τι θα έκανα τότε. Βρίσκω τα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα, τα εγκωμιαστικά άρθρα μεταφρασμένα από ασήμαντες ξένες εφημερίδες, τα εγκαίνια, τις εορτές στο Στάδιο της «Νεολαίας» με στολή και τις συνεχείς εκφράσεις αισιοδοξίας, όταν σε όλον τον ουρανό της Ευρώπης φαινότανε καθαρά η θύελλα που πλησίαζε.

Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι τα παρόμοια άρθρα που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες στόχευαν να ενισχύσουν την εικόνα του καθεστώτος και να μεταφέρουν αισθήματα γενικής αποδοχής, ενώ στερούνταν όλων των γνωρισμάτων της καλής δημοσιογραφίας.

Οι εκδόσεις της 4ης Αυγούστου

Όλες αυτές οι ρυθμίσεις, και τα μέτρα που έλαβε το ΥΤΤ, εξασφάλισαν την «ομαλή» λειτουργία του Τύπου και έπεισαν την κυβέρνηση για την ανεπιφύλακτη συμπαράστασή του. Παρά ταύτα, οι εφημερίδες συνέχισαν να εκδίδονται «μακαρίως» και απολάμβαναν τα προνόμια που παραχωρήθηκαν από το καθεστώς, γεγονός που αναφέρθηκε από τον Νικολούδη κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης με δημοσιογράφους: «Κι εγώ είμαι δημοσιογράφος και ξέρω, όπως κι εσείς, πώς ο τύπος δε φιμώνεται τόσο εύκολα. Ένας διευθυντής εφημερίδας, αν είναι αντίθετος και ξέρει πως έχει το λαό μαζί του, κλείνει την εφημερίδα του. Ε! λοιπόν, από τότε που κυβερνούμε, κανείς δε βρέθηκε που να έχει κάνει τέτοιο πράγμα».

Και πραγματικά, η μόνη αντίσταση που εκφράστηκε από τον Τύπο, εκτός από τον Ριζοσπάστη, ήταν μέσω των παράνομων εκδόσεων ελάχιστων, μη κομμουνιστικών, εφημερίδων. Από αυτές, η πρώτη παράνομη εφημερίδα –που εξέδωσε ο πρώην υπουργός Κ. Αγγελόπουλος (γνωστός βασιλικός)– ήταν η Παλιγγενεσία, η οποία, στο πρώτο τεύχος της, στις 5 Αυγούστου 1937, κατηγόρησε τον Βασιλιά για καταστρατήγηση του Συντάγματος. Πριν συλληφθεί και εξοριστεί ο Αγγελόπουλος, εκδόθηκαν ακόμα πέντε τεύχη, που επετίθεντο στη δικτατορία του Μεταξά και στις αντιδημοκρατικές πολιτικές τακτικές του. Η παράνομη οργάνωση «Φιλική Εταιρεία» ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 1937 και κυκλοφόρησε τρεις μυστικές εφημερίδες: την Ελευθερία, με έξι τεύχη, το Σύνταγμα, με πέντε τεύχη και τον Δημοκράτη, το πρώτο τεύχος του οποίου τυπώθηκε, αλλά κατασχέθηκε πριν κυκλοφορήσει. Η οργάνωση εξέδωσε και την εφημερίδα Κήρυξ, της οποίας, επίσης, το πρώτο τεύχος τυπώθηκε, για να κατασχεθεί πριν κυκλοφορήσει. Μια άλλη εφημερίδα, η Φλόγα, εκδόθηκε το 1937 από το Αντιδικτατορικό Μέτωπο Νέων (ΑΜΝ) και συνέχισε να εκδίδεται μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1938. Παρ’ όλα αυτά, καμία από αυτές τις παράνομες δημοσιογραφικές οργανώσεις και εφημερίδες δεν κατάφερε καίριο πλήγμα στο καθεστώς, ενώ, την ίδια εποχή, ο καθημερινός Τύπος «τροφοδοτούσε» το κοινό με τετριμμένους κυβερνητικούς απολογισμούς, διαφημίσεις και γεγονότα κοινωνικής φύσεως.

Προκειμένου να καλυφθεί το κενό της «εθνικής» εφημερίδας, κυκλοφόρησαν κυβερνητικές εκδόσεις που αντανακλούσαν και μετέφεραν το νέο «πνεύμα», αφού το καθεστώς επιθυμούσε να εξασφαλίσει την ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη στην πολιτική γραμμή και τις επιδιώξεις του, και ο τελευταίος να μην είναι παθητικός δέκτης των πληροφοριών που παρείχε η κυβέρνηση μέσω του «ανεξάρτητου» ημερήσιου Τύπου. Η πλέον σημαντική από αυτές τις εκδόσεις ήταν το Νέον Κράτος· μια πολιτική, κοινωνική, φιλοσοφική, ιστορική και καλλιτεχνική μηνιαία επιθεώρηση που κυκλοφόρησε από τον Σεπτέμβριο του 1937 (για να σηματοδοτήσει τον ένα χρόνο παραμονής του Μεταξά στην εξουσία) μέχρι τον Μάρτιο του 1941. Εκδότης και αρχισυντάκτης της ήταν ο Αρίστος Καμπάνης, λόγιος και δημοσιογράφος, και, κυρίως, υπέρμαχος του μεταξικού καθεστώτος. Η αποστολή του Νέου Κράτους και οι αξίες που εκπροσωπούσε σημειώνονται στο πρώτο τεύχος του:

1. Το «Νέον Κράτος» θα έχη πρόγραμμά του την ερμηνείαν των αρχών, από τας οποίας ενεπνεύσθη η περυσινή πολιτειακή και κοινωνική Μεταβολή. Η Μεταβολή της 4ης Αυγούστου 1936.

2. Το «Νέον Κράτος» θα προασπίση τας αξίας τας οποίας […] είχαν καταδικάσει οι κήρυκες του θεωρητικού ή πρακτικού υλισμού […]. Η εθνικοφροσύνη, την οποίαν εκήρυξεν ο κ. Ι. Μεταξάς την 4ην Αυγούστου, πρέπει να πρυτανεύση εις τας σκέψεις και τα αισθήματά μας.

3. Το «Νέον Κράτος» θα εργαστή διά την παντελή εξαφάνισιν ιδεών, των οποίων και η μάλλον εφήμερος επικράτησις, θα παρέλυε τους συνέχοντας ημάς δεσμούς, διά να μεταβάλη την κοινωνίαν εις κονιορτόν ατόμων […] η ιστορία, αι παραδόσεις μας, η γεωγραφία μας δέον να προσδιορίζουν τας ενεργείας μας.

4. Το «Νέον Κράτος» θα υπηρετήση τας ιδέας, από τας οποίας εκινήθη η εθνική ανάνηψις του Αυγούστου 1936.

Στο πρώτο πανηγυρικό τεύχος της νέας έκδοσης, ο Νικολούδης δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Το Νέον Κράτος», στο οποίο υπογράμμισε την πολιτική γραμμή, τις αξίες και τα επιτεύγματα του νέου Κράτους της 4ης Αυγούστου. Στο ίδιο άρθρο τόνισε τη σημαντική αποστολή τού νέου περιοδικού, το οποίο επρόκειτο να υπηρετήσει και, συγχρόνως, να εκφράσει τη θέληση της κυβέρνησης να επιβάλει τις αξίες της. Το περιοδικό δημοσίευε άρθρα πολλών διακεκριμένων ανθρώπων των γραμμάτων, καθώς και άρθρα που συνέτασσαν ειδήμονες σε θέματα χρηματοοικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου. Μια άλλη έκδοση που διατεινόταν πως ήταν «Όργανο της Διεθνούς Διανόησης και της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» ήταν η πολιτική, επιστημονική και καλλιτεχνική μηνιαία επιθεώρηση Νέα Πολιτική, που εκδόθηκε το 1937 από τον καθηγητή Ιωάννη Τουρνάκη. Η έκδοση αυτή συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη διάδοση των καίριων συστατικών στοιχείων της μεταξικής ιδεολογίας και, ειδικότερα, των στοιχείων της «Αναγεννήσεως της Ελλάδος» και του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού».

Οι Νέοι Δρόμοι, η Εργασία, η Πειθαρχία, η Νέα Εποχή, η Νέα Δύναμις, καθώς και πολλές άλλες εκδόσεις, συγκαταλέγονταν στις «ημικρατικές» εκδόσεις της δικτατορίας του Μεταξά, είχαν τίτλους που εξέφραζαν το νέο πνεύμα της κυβέρνησης αλλά ήταν λιγότερο σημαντικές. Κι έτσι, το ξεκίνημα του μεταξικού καθεστώτος σημαδεύτηκε από πληθώρα νέων εκδόσεων –κυρίως περιοδικών–, οι περισσότερες από τις οποίες έγιναν όργανα προπαγάνδας. Το 1937 εκδίδονταν 152 περιοδικά στην Αθήνα, τον Πειραιά και τα προάστια, και περισσότερα από τα 35 ήταν καινούργια.

Η Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας και η προπαγάνδα μέσω του Τύπου

Όταν έκαμα την 4ην Αυγούστου, είχα προ παντός υπόψη μου εσένα Ελληνική Νεολαία.

Ο Μεταξάς, σε αντίθεση με άλλους αρχηγούς απολυταρχικών καθεστώτων, δεν διέθετε ισχυρό πολιτικό έρεισμα που θα υποστήριζε τη δικτατορία του. Το μικρό Κόμμα των Ελευθεροφρόνων, που είχε ιδρύσει τον Νοέμβριο του 1922, επεδίωξε να προσφέρει στους ψηφοφόρους μια εναλλακτική λύση απέναντι στα δύο μεγάλα κόμματα, το Κόμμα των Φιλελευθέρων και το Λαϊκό Κόμμα. Στο πρόγραμμά του –που δημοσιεύτηκε στις 13 Οκτωβρίου 1922 στην εφημερίδα Νέα Ημέρα– κάνει κριτική της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα και, συγχρόνως, καταδικάζει το κυβερνητικό και διοικητικό παρελθόν. Δυστυχώς, το κόμμα του δεν απέκτησε ποτέ αξιόλογο αριθμό οπαδών, και διαλύθηκε αμέσως μόλις ο Μεταξάς κατέλαβε την εξουσία. Οι οπαδοί του Μεταξά, και ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του, δικαιολόγησαν με διάφορους τρόπους το πολιτικό αυτό κενό, που, κατά την άποψή τους, αποδείχθηκε «ευλογία» για το ελληνικό έθνος. Σύμφωνα με τον Καλλονά, ο οποίος συνέγραψε τη βιογραφία τού Μεταξά το 1938, ο Μεταξάς «απέτυχε» ως αρχηγός κόμματος διότι «απεχθανόταν τη μικροπολιτική», και η ηθική του ακεραιότητα και τιμιότητα δεν του επέτρεψαν να κολακέψει και να εξαπατήσει τον ελληνικό λαό. Και ο Βασίλειος Παπαδάκης, στο βιβλίο του Η χθεσινή και η αυριανή Ελλάς, υποστηρίζει ότι οι λόγοι που κρύβονται πίσω από την αποτυχία του Μεταξά να δημιουργήσει ένα επιτυχημένο κόμμα μπορούν να αποδοθούν σε τρεις παράγοντες: πρώτον, στην αδυναμία του Μεταξά να υιοθετήσει τις τακτικές και τους «άγραφους» νόμους των ελληνικών κομμάτων· δεύτερον, στο γεγονός ότι –και σε αντίθεση με τον Βενιζέλο– ο Μεταξάς φερόταν ιδιαίτερα αυστηρά στους φίλους του· τρίτον, «διότι τον προώριζεν η Πρόνοια διά κάτι καλλίτερον και ανώτερον». Επιπλέον, παρότι ο Μεταξάς διέπρεψε στο πολιτικό και στρατιωτικό προσκήνιο της Ελλάδας για περισσότερα από τριάντα χρόνια, δεν κατάφερε ποτέ να κερδίσει την ευρύτερη δημόσια αποδοχή. Ως εκ τούτου, ήταν υποχρεωμένος να αναζητήσει αλλού εκείνη τη λαϊκή βάση που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί εύκολα και η οποία θα υποστήριζε το καθεστώς του. Κι έτσι, η διάπλαση της νέας γενιάς, που θα γινόταν πιστός οπαδός και κήρυκας των αξιών και των ιδεωδών του, αναδείχθηκε σε υπέρτατη επιδίωξη του καθεστώτος.

Στις 7 Νοεμβρίου 1936 ιδρύεται, με τον Αναγκαστικό Νόμο 334, η ΕΟΝ, η «Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας», που διαμορφώνεται σύμφωνα με το πρότυπο της φασιστικής οργάνωσης της νεολαίας στην Ιταλία και της ναζιστικής νεολαίας στη Γερμανία. Αρχηγός της Οργάνωσης διορίζεται ο Αλέξανδρος Κανελλόπουλος, με τον τίτλο «Κυβερνητικός Επίτροπος Νεολαίας», και αποδεικνύεται ο πλέον αφοσιωμένος και επιτυχής συνήγορος της ιδεολογίας του καθεστώτος και των προπαγανδιστικών μεθοδεύσεων. Σύμφωνα με τον Ύμνο του Φαλαγγίτη, που η ΕΟΝ το αφιέρωσε σε αυτόν, ο αρχηγός της θα οδηγούσε την ελληνική νεολαία σε θριάμβους και στους δρόμους της αθανασίας και της δόξας:

Μέσ’ στο Μεγάλον άθλο Σπαρτιάτης

κι’ αγωνιστής κι’ οδηγητής και Φοίβος!

Η Μάννα Ελλάδα κράζει Σε κοντά της

και σου γνέφουν οι θρίαμβοι κι’ ο στίβος!

[…]

Οι φάλαγγες περνούν σε θεία θάμπη

κι’ ως πας μπροστά αγέρωχος κι’ απλός,

στραφτοκοπάει γόνιμα και λάμπει

στα χέρια σου ο πέλεκυς διπλός!

[…]

Η Οργάνωση, που αναπτύχθηκε αρκετά ώστε να συμπεριλάβει σχεδόν ολόκληρο τον νεανικό πληθυσμό, αντιπροσώπευε την πλέον συστηματική και επιτυχημένη προσπάθεια του Μεταξά να οικοδομήσει μια δύναμη αφοσιωμένη σε αυτόν και τις αρχές του Νέου Ελληνικού Κράτους. Οι προσδοκίες, τα όνειρα και οι μεγαλύτερες φιλοδοξίες του δικτάτορα, ως προς το μέλλον του έθνους και την «προώθηση» υπέρτατων ιδεωδών όπως αυτά του Βασιλιά, του έθνους, της θρησκείας και της οικογένειας, εκφράστηκαν με την «ευημερία» και την επιτυχή λειτουργία της ΕΟΝ. Το κίνημα αυτό ενσάρκωσε το νέο εθνικό πνεύμα και τη μελλοντική «Αναγέννησιν της Ελλάδος». Όπως ήταν φυσικό, και όπως συμβαίνει σε χώρες με απολυταρχικά καθεστώτα, η νεολαία της Ελλάδας έγινε πρωταρχικός στόχος για πολιτική διαφώτιση και χειραγώγηση. Και πράγματι, υποστηρίχθηκε ότι η διαπαιδαγώγηση των μελών της ΕΟΝ «συνιστούσε το μοναδικό μεγάλης έκτασης εγχείρημα, παρόμοιου είδους, κατά τη διάρκεια της τετραετούς διακυβέρνησης του Μεταξά». Ο στόχος αυτής της πολιτικής προπαγάνδας ήταν, σύμφωνα με τον αρχηγό της ΕΟΝ Αλέξανδρο Κανελλόπουλο, «η εμφάνισις και η εφαρμογή των αρχών αυτών και η ανάπτυξις του τρόπου καθ’ ον εφαρμόζονται εν τη πράξει». Τα μέλη της ΕΟΝ αποτελούσαν πολύτιμο υλικό προς σφυρηλάτηση, και γι’ αυτό τον λόγο ο Μεταξάς εξασφάλισε, με τη βοήθεια πολλών κανονισμών και νόμων, τη σωστή καθοδήγηση της Οργάνωσης. Στις 29 Νοεμβρίου 1938 προειδοποιούσε τη διοίκηση του Υπουργείου Παιδείας:

Οφείλετε να γνωρίζετε ότι η Εθνική Οργάνωσις της Νεολαίας είναι θεσμός κρατικός, έργον μου, επί του οποίου στηρίζω τας μεγίστας ελπίδας. Προσεπαθήσαμεν τελευταίως να τον προσαρμόσωμεν και με το σχολείον ούτως ώστε να αλληλοσυμπληρούνται. Επί του ζητήματος αυτού, Κύριοι, είμαι αποφασισμένος, εάν παρουσιασθή οιαδήποτε αντίδρασις, να την θραύσω κατά τρόπον αμείλικτον.

Μέχρι το 1939, όλες οι άλλες οργανώσεις της νεολαίας είχαν καταργηθεί και η συμμετοχή των μαθητών στην ΕΟΝ είχε γίνει σχεδόν υποχρεωτική. Στην ομιλία που απηύθυνε στα διοικητικά στελέχη της ΕΟΝ, τον Ιανουάριο του 1939, ο Μεταξάς ξεκαθάρισε ότι όλα τα Ελληνόπουλα έπρεπε να γίνουν μέλη της Οργάνωσης: «Βέβαια είναι προαιρετική και θεληματική η προσχώρησις των νέων, πρέπει όμως να κατορθώσετε με το παράδειγμά σας και με τις προτροπές σας να περιλάβη η Εθνική Οργάνωσις όλους και όλες». Συγχρόνως, οι οδηγίες που έδινε η διοίκηση της ΕΟΝ προς τα μέλη της Οργάνωσης προέτρεπαν όπως «η εξάπλωσις της Οργανώσεως δέον να επιδιωχθή μετά πάσης εντάσεως, χρησιμοποιουμένων πάντων των ενδεικνυομένων μέσων». Οι υπεύθυνοι για την προπαγάνδα απαιτούσαν να καταβληθεί ιδιαίτερη προσοχή «επί της σπουδαιότητος ην ενέχει η εγγραφή και Σκαπανέων, οίτινες, λόγω του νεαρού της ηλικίας των, αποτελούν υλικόν δυνάμενον να διαπλασθή έτι ευχερέστερον των άλλων».

Διάφορες τακτικές και στρατηγικές, όπως, για παράδειγμα, η υποχρεωτική παρακολούθηση των συναντήσεων της ΕΟΝ κάθε Τετάρτη και Κυριακή από τους μαθητές, διασφάλιζαν την υποχρεωτική εγγραφή των παιδιών στην ΕΟΝ. Οι δύο αυτές ημέρες, σύμφωνα με εντολή του καθεστώτος, καθιερώθηκαν ως ημέρες αφιερωμένες στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας. Εάν κάποιος μαθητής ή μαθήτρια απουσίαζε είκοσι φορές από αυτές τις συναντήσεις, έπαιρνε αποβολή από το σχολείο. Επιπλέον, η συμμετοχή στην ΕΟΝ χρησίμευε συχνά ως «διαβατήριο» για την εξασφάλιση εργασίας, κυρίως στο Δημόσιο. Η Εγκύκλιος 36, που έστειλε ο Μεταξάς σε όλα τα Υπουργεία τον Οκτώβριο του 1939, εξεθείαζε τη σπουδαία αποστολή της ΕΟΝ και ζητούσε, στην περίπτωση που είχαν υποβάλει αίτηση για μια θέση περισσότεροι από ένας υποψήφιοι, να προτιμηθούν όσοι από τους αιτούντες εργασία ήταν μέλη της ΕΟΝ. Το καθεστώς πίστευε πως η ενοποίηση της ελληνικής νεολαίας κάτω από έναν καλά ελεγχόμενο οργανισμό θα εξασφάλιζε την αποτελεσματική και ταχεία διάδοση της πολιτικής γραμμής της κυβέρνησης.

Από τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησής του, ο Μεταξάς υποστήριξε ότι μία από τις κεφαλαιώδους σημασίας επιδιώξεις του καθεστώτος του ήταν «η εθνική διαπαιδαγώγησις της νεολαίας, των παιδιών μας και των θυγατέρων μας. Ανύψωσις του φρονήματος και του χαρακτήρος αυτών εις τρόπον ώστε να εξασφαλίσωμεν διά την Ελλάδα πολίτας με φρόνημα και συνειδητάς μητέρας, να τονώσωμεν τον οικογενειακό ρυθμό». Με τη βοήθεια τεχνασμάτων –που στόχευαν στα συναισθήματα των παιδιών παρά στη νοημοσύνη τους–, όπως οι ομιλίες του Αρχηγού, οι ύμνοι, οι πληρωμένες στολές, οι μεγάλες παρελάσεις, τα αποτελεσματικά συνθήματα, οι κατασκηνώσεις, τα φιλμ και τα θεατρικά έργα, η ΕΟΝ, τα «χρυσά παιδιά» και η «παρηγοριά» του Μεταξά, έγινε το «πολυτιμότερο πράγμα» που διέθετε ο δικτάτορας. Στις 26 Μαΐου 1940, απευθυνόμενος στα μέλη της ΕΟΝ, δήλωσε: «Η επιτυχία της ΕΟΝ είναι για με επιτυχία όλης της πολιτικής μου ζωής, αλλά η επιτυχία της Νεολαίας είναι συγχρόνως και η επιτυχία του μέλλοντος του Έθνους».

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΕΟΝ, το σημαντικότερο γραφείο της Οργάνωσης ήταν το 3ο Γραφείο. Το γραφείο αυτό, γνωστό απλώς ως Γραφείο Προπαγάνδας, ήταν επιφορτισμένο με την εθνική, πολιτική και δεοντολογική διαπαιδαγώγηση του πληθυσμού και, ειδικά, της νεολαίας. Συγκεκριμένα, περιελάμβανε: το Τμήμα Α΄ –γνωστό ως Τμήμα Εθνικής και Ηθικής Αγωγής–, που ήταν υπεύθυνο για την εθνική και ηθική αγωγή της νεολαίας και την ιδεολογική της διαφώτιση, με τη βοήθεια διαλέξεων και ομιλιών, καθώς και για την ίδρυση και επιθεώρηση των σχολών όπου θα διαπαιδαγωγούνταν και εκπαιδεύονταν τα στελέχη του προπαγανδιστικού μηχανισμού· το Τμήμα Β΄ –Τμήμα Πολιτικής Διαπαιδαγωγήσεως–, που επόπτευε και οργάνωνε όλα όσα αφορούσαν τη διάδοση της ιδεολογίας και των αξιών του καθεστώτος. Ήταν, επίσης, υπεύθυνο για την αποτελεσματική πολιτική προπαγάνδα, τις ραδιοφωνικές μεταδόσεις, τη στενή παρακολούθηση των δημοσιογράφων του ελληνικού και ξένου Τύπου, και τη συλλογή άρθρων και διαφόρων εκδόσεων που αφορούσαν τη δράση της ΕΟΝ. Το Γραφείο Τύπου της ΕΟΝ, όπως έγινε γνωστό αυτό το τμήμα, εξελίχθηκε σε ζωτικής σημασίας εργαλείο για την προπαγάνδα της νεολαίας, καθώς και τη διαπαιδαγώγησή της, και συμμετείχε, σε μεγάλο βαθμό, στη διάδοση των κύριων συστατικών στοιχείων της μεταξικής ιδεολογίας. Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν και η δημοσίευση, στον καθημερινό και περιοδικό Τύπο, άρθρων που είχαν γραφεί από μέλη της ΕΟΝ και τα οποία, υποστηριζόμενα από ανάλογες φωτογραφίες, εξεθείαζαν τη δράση της Οργάνωσης και την πολιτική του καθεστώτος.

Μία από τις πλέον σημαντικές αποστολές του Γραφείου Τύπου ήταν η έκδοση και διανομή δελτίων Τύπου στα οποία αναφέρονταν «κατάλληλα» βιβλία και περιοδικά που θα είχαν «ευεργετική επιρροή» στην καρδιά και το πνεύμα των νέων μελών. Μια τέτοια έκδοση ήταν το εβδομαδιαίο περιοδικό Η Νεολαία, που, πολύ σύντομα, έγινε το σημαντικότερο από τα εργαλεία προπαγάνδας που χρησιμοποιούσε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου για τη διαφώτιση της νεολαίας. Το περιοδικό κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1938 και παρουσιάστηκε ως «ένα μέσο πνευματικής, θρησκευτικής, κοινωνικής και πολιτικής διαπαιδαγωγήσεως». Μόλις ένα χρόνο μετά, η κυκλοφορία του έφτασε τα 70.000 αντίτυπα. Το περιεχόμενό του αποτελούνταν από «γενικής ποικιλίας» άρθρα ηθικοπλαστικού περιεχομένου, αναφορές στο ένδοξο παρελθόν της χώρας και μαθήματα ελληνικής ιστορίας, καθώς και παιχνίδια για παιδιά, αποσπάσματα από τα Ευαγγέλια, και ανακοινώσεις για τη δράση της Οργάνωσης. Και βέβαια, οι ομιλίες και τα συνθήματα του Αρχηγού καταλάμβαναν περίοπτη θέση στις σελίδες του περιοδικού. Σύμφωνα με τον Κανελλόπουλο, η Νεολαία αποτελούσε «ένα σπουδαιότατον μέσον εκπαιδεύσεως, συνειδητοποιήσεως και ευρυτάτης διαφωτίσεως. Είναι ο μέγας συνδετικός κρίκος, διά του οποίου η Διοίκησις και τα μέλη επικοινωνούν αμέσως μεταξύ των, είναι ο κατ’ εξοχήν δημιουργός ενιαίου πνεύματος και ενιαίας κατευθύνσεως, ο καλύτερος αγωγός των συνθημάτων και εξορμήσεών μας». Ο Τύπος δημοσίευε άρθρα που τόνιζαν τη χρησιμότητα του περιοδικού που «αποβλέπει εις την εθνικήν διαπαιδαγώγησιν του παιδιού, προσφέρει εις αυτό ό,τι ημπορεί να το τέρψη, να το φρονηματίση, να το κάμη να υπερηφανεύεται διά την καταγωγήν του», ενώ η διοίκηση της ΕΟΝ υπογράμμιζε την ανάγκη για ευρεία κυκλοφορία του περιοδικού, «το οποίο δεν αποτελεί μόνον δελτίον κινήσεως της ΕΟΝ, αλλά και όργανον ιδεών και μάχης». Εκτός από τη Νεολαία, στις εκδόσεις της ΕΟΝ συμπεριλαμβάνονταν και πάρα πολλές ολιγοσέλιδες, μικρού σχήματος εκδόσεις που προπαγάνδιζαν υπέρ των έργων και στόχων του Κράτους της 4ης Αυγούστου. Τα βιβλιαράκια αυτά, που είχαν σχεδιαστεί κατάλληλα ώστε να εκμεταλλευτούν και να χειραγωγήσουν τη νέα γενιά, διαποτίζοντάς τη με τις πολιτικές θέσεις του καθεστώτος, είχαν τίτλους που έδιναν έμφαση σε έννοιες που ευνοούσε η δικτατορία και αντικατόπτριζαν την προσπάθεια που κατέβαλλε η προπαγάνδα της ώστε να δημιουργήσει μια ελληνική γενιά με νέα πολιτική και εθνική συνείδηση. Μερικές από αυτές τις εκδόσεις ήταν: Το Έθνος, Ο Βασιλεύς, Οικογένεια, Κοινοβουλευτισμός και Κομματισμός, Το κατάντημα του μπολσεβικισμού, Εθνική κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία, Περί Τέχνης, Ο Αρχηγός και η ΕΟΝ, Φαλαγγίτες και Σκαπανείς το νου σας. Τα προπαγανδιστικά όργανα της Οργάνωσης κατέβαλλαν ιδιαίτερες προσπάθειες ώστε αυτά τα φυλλάδια να διανέμονταν σε όλους τους νεαρούς βαθμοφόρους της ΕΟΝ, και βεβαιώνονταν ότι θα τα μελετήσουν προσεκτικά «όχι διά ν’ αποκτούν απλώς γνώσεις, ούτε για να γίνουν σοφοί, αλλά διά να μάθουν να μεταδίδουν εκείνο το οποίον πρέπει να μεταδώσουν. Να μάθουν ν’ απαντούν στα γιατί του παιδιού, στα οποία αν δεν απαντήσουν ικανοποιητικά, είναι πιθανόν να ευρεθούν άλλοι που να δώσουν την απάντησι στο γιατί αυτό […] Τα στελέχη πρέπει όχι μόνο να μπορούν ν’ απαντούν αλλά και να προκαλούν τα γιατί αυτά των παιδιών». Επιστρατεύτηκαν, επίσης, συγγραφείς και άνθρωποι των γραμμάτων για να γράψουν βιβλία που θα είχαν απήχηση στα νέα μέλη της Οργάνωσης και θα βοηθούσαν να διαδοθεί με επιτυχία η ιδεολογία του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός, λοιπόν, εξασφάλιζε με την κυκλοφορία αυτών των εκδόσεων ότι η ΕΟΝ διέθετε ικανή «αρματωσιά» από προπαγανδιστικό υλικό που θα της επέτρεπε να μεταβληθεί σε μέσο διάδοσης της ιδεολογίας του Μεταξά.

Το καθεστώς, στοχεύοντας στη δημιουργία λαϊκής βάσης, ίδρυσε τα Τάγματα Εργασίας, μια παραστρατιωτική οργάνωση που υπαγόταν στον Διοικητή Πρωτευούσης, Κώστα Κοτζιά. Τα Τάγματα Εργασίας είχαν κοινά γνωρίσματα με το ναζιστικό μοντέλο των SA (Sturmabteilung – Τάγματα Εφόδου) και «είχαν συσταθεί φαινομενικά για την αξιοποίηση των ανέργων στην εκτέλεση δημοσίων έργων, αλλά, στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια φρουρά πραιτοριανών, την οποία είχαν υπό τον έλεγχό τους δύο από τους ισχυρότερους άνδρες της κυβέρνησης, οι υπουργοί Κοτζιάς και Μανιαδάκης». Όταν ο Μεταξάς έβγαλε λόγο στα Τάγματα Εργασίας τον Δεκέμβριο του 1937, τους παρότρυνε «να εργασθούν με αξίνας και φτυάρια […] χωρίς εντροπή, αλλά με αίσθημα τιμής και υπερηφανείας. Το θάρρος διά την εργασίαν με τα χέρια, είναι η βάσις του καθενός πολιτισμού», ενώ το 1938 ζήτησε τη βοήθειά τους για «να υπερνικήσωμεν υλικά εμπόδια και ηθικά εμπόδια». Εντούτοις, και παρά τη σπουδαία αποστολή που τους εμπιστεύτηκε, δεν πρέπει να εκπλήρωσαν τις αρχικές φιλοδοξίες του, διότι, τον Νοέμβριο του 1939, και με διαταγή του δικτάτορα, ενσωματώθηκαν στην ΕΟΝ. «Η Οργάνωσις Ταγμάτων Εργασίας ενσωματώθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1939 εις την ΕΟΝ υπό τον τίτλον “Εθνική Οργάνωσις Νεολαίας – Διοίκησις Ταγμάτων Εργασίας” (ΕΟΝ-ΔΤΕ). Η οργανωτική σύνθεση των Ταγμάτων Εργασίας θα προσαρμοστεί στο μέλλον στην ισχύουσαν για την ΕΟΝ».

Ταυτόχρονα με την ίδρυση της ΕΟΝ και των Ταγμάτων Εργασίας, η μεταξική δικτατορία ασχολήθηκε και με τη «διαφώτιση» του ελληνικού έθνους. Αφού έφερε εις πέρας τον ολοκληρωτικό έλεγχο του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου, και αφού έθεσε σε κυκλοφορία νέες, «κυβερνητικά εμπνεόμενες», εκδόσεις, το καθεστώς κατάφερε –τουλάχιστον στην αρχή– να μετατρέψει τον Τύπο σε κύριο όργανο της προπαγάνδας του.

Ο Τύπος και η διαμόρφωση του χαρισματικού ηγέτη

Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως ώφειλε να κατέχει την ψυχολογίαν των λαϊκών μαζών διά να μην αστοχή εις τας αποφάσεις του και τας ενεργείας του. Και ο Ιωάννης Μεταξάς, ειδικώς εγκύψας εις την σπουδήν της ψυχολογίας και της νοοτροπίας του λαού μας, εγνώριζεν, όσον κανείς άλλος, τα αισθήματά του, τας σκέψεις του, τους πόθους του, τα όνειρά του, τα ιδανικά του, τα βάσανά του και τους καϋμούς του.

Ο εξαντλητικός έλεγχος όλων των μέσων μαζικής επικοινωνίας επέτρεψε στο μεταξικό καθεστώς να σχεδιάσει και να εκτελέσει τη «ροή» του τεράστιου όγκου της προπαγάνδας του: μιας προπαγάνδας που, προκειμένου να είναι αποτελεσματική, απαιτούσε τη σύνδεση του «μύθου του Αρχηγού» με ορισμένες έννοιες που θα έχαιραν ιδιαίτερης προβολής, όπως αυτές της χαρισματικής προσωπικότητας, της ελκυστικής ιδεολογίας ή της συνταύτισης με τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες των μαζών. Όταν ο Μεταξάς εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του στις 4 Αυγούστου 1936, είχε ήδη εμφανιστεί και απλωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη η τάση για «λατρεία προς το πρόσωπο του ηγέτη» (leadership cult).

Η έννοια της χαρισματικής ηγεσίας είχε υιοθετηθεί με επιτυχία από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, και ειδικά από τη φασιστική Ιταλία και το Τρίτο Ράιχ, ως μέρος της προπαγάνδας τους –που στόχευε στην κατάκτηση των μαζών– και μέσω της προβολής της εικόνας του «ιδεατότυπου» που διέθετε χαρισματικό κύρος. Αυτό το κύρος, σύμφωνα με το πολυσυζητημένο μοντέλο της χαρισματικής ηγεσίας, όπως το όρισε ο Μαξ Βέμπερ, οφείλεται στον «ηρωικό ή υποδειγματικό χαρακτήρα» του ηγέτη, προσόντα λόγω των οποίων θεωρείται εκπληκτικός, και ο κόσμος τον αντιμετωπίζει σαν να είναι προικισμένος με υπερφυσικές, υπεράνθρωπες ή, τουλάχιστον, εξαιρετικές ικανότητες.

Ο Μεταξάς, ωστόσο, δεν διέθετε ούτε τον μαγνητισμό του Χίτλερ ούτε το αλαζονικό παρουσιαστικό του Μουσολίνι. Από την άλλη, όμως, η στρατιωτική και πολιτική του σταδιοδρομία ήταν εφάμιλλη με αυτές του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, σπουδαίων και χαρισματικών προσωπικοτήτων, που είχαν εισπράξει την απόλυτη αφοσίωση των οπαδών τους, καθώς και την υποστήριξη ενός δυναμικού κομματικού μηχανισμού. Παρόλο που είχε υπηρετήσει, για πολλά χρόνια, ως αξιωματικός και πολιτικός και ήταν ιδιαίτερα καλλιεργημένος, ο Μεταξάς δεν είχε απολαύει ποτέ εκτεταμένης δημοτικότητας. Επιπλέον, η αδιαλλαξία του και η αδυναμία του να επικοινωνήσει με τις μάζες, ιδιότητες που η επιβολή της δικτατορίας δεν ελάφρυνε, καθώς και το άχρωμο παρουσιαστικό του, δεν βοηθούσαν ώστε να παρουσιαστεί ως χαρισματικός ηγέτης. Κοντός, υπέρβαρος, φορώντας πάντοτε τα ματογυάλια του –παρουσιαστικό που θύμιζε μάλλον δημόσιο υπάλληλο ή συνταξιούχο δάσκαλο δημοτικού σχολείου παρά εντυπωσιακό αρχηγό έθνους–, και πολύ μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους πολιτικούς της εποχής του, ο Μεταξάς αντιπροσώπευε ένα αρνητικό, μάλλον, μοντέλο χαρισματικού ηγέτη. Και πράγματι, είχε επίγνωση της μη ελκυστικής εμφάνισής του και του γεγονότος ότι δεν διέθετε χαρισματική προσωπικότητα, κάτι που τον ενοχλούσε σε όλη του τη ζωή. Γράφει με πικρία στο ημερολόγιό του: «Απόψε τσάι Άγγλων. Είμεθα όλοι. Με προσέχουν πολύ ολίγον. Δεν ξέρω Αγγλικά. Είμαι και κοντός».

Με δεδομένη την έλλειψη των ελκυστικών στοιχείων, που ήταν απαραίτητα για την αποτελεσματική προβολή της «λατρείας προς το πρόσωπο του ηγέτη», και τη μη αποδοχή του από τις μάζες (στοιχεία που είναι απαραίτητα και αποτελούν διττή και εγγενώς συνδεδεμένη διαδικασία), η προπαγάνδα του έπρεπε να προβάλλει μια επιτυχημένη εικόνα του Ιωάννη Μεταξά που θα βασιζόταν στα προσόντα του. Κι έτσι, αντιστρέφοντας τα δεδομένα, τα αρνητικά φυσικά χαρακτηριστικά του, που έμοιαζαν να απειλούν τη διαδικασία δημιουργίας μιας ελκυστικής εικόνας, υμνήθηκαν και υπογραμμίστηκαν ως λειτουργικές αναγκαιότητες και «ασφαλιστικές δικλίδες» εναντίον του πολιτικού παρελθόντος όπου «είχε σαπίσει ο κοινοβουλευτισμός». Εφευρέθηκε, λοιπόν, η εικόνα ενός απλού άνδρα, ενός ιδανικού και ταπεινού υπηρέτη του έθνους, ενός συνηθισμένου «πατέρα και παππού»· ο καλόβολος Μπαρμπα-Γιάννης που θα αγκάλιαζε όλα τα τμήματα της κοινωνίας και, πάνω από όλα, ένας άνδρας του καθήκοντος, με ηθικές αξίες, και όχι ένας δημαγωγός εντυπωσιακής εμφάνισης· και η εικόνα αυτή αποδόθηκε στις μάζες με εργαλείο προπαγάνδας τον Τύπο. Για να ενισχύσει αυτή την εικόνα, ο Νικολούδης έγραψε στην καθεστωτική εφημερίδα Ελληνικόν Μέλλον.

Ο λαός ξεσπά εις φρενίτιδα μόλις τον αντικρύσει. Κι όμως ο Κυβερνήτης αυτός δεν διαθέτει καμμίαν ελκυστικήν ιδιότητα δημαγωγού ή γόητος των μαζών. Η εμφάνισίς του σεμνή, απλή, ο λόγος του απέριττος και τετράγωνος και μόνον μέσα στα μάτια του ανακαλύπτονται οι κόσμοι που κλείνει στην ψυχή του […] Είναι ο κύκλος μιας βαθειάς πίστεως εθνικής και κοινωνικής, το άλφα και το ωμέγα ενός κρατικού συστήματος, το ναι και το όχι του ισχυρού ανθρώπου.

Αναρίθμητα κομμάτια με παρόμοιες αναφορές στην ταπεινή αλλά εντυπωσιακή, παρ’ όλα αυτά, εμφάνιση του Μεταξά είδαν το φως της δημοσιότητας, ενώ αποσπάσματα όπως το ακόλουθο έδιναν μια διαφωτιστική περιγραφή του χαρισματικού ηγέτη:

Η εμφάνισίς του προδίδει έναν άνθρωπο, που δεν προσέχει τους τύπους. Είναι αληθές ότι δεν ενδιαφέρεται ο ίδιος διόλου διά τον εαυτόν του. […] Μάταια θ’ αναζητήση κανείς σ’ αυτόν την κομψότητα και τη χάρι. Όλη του η εμφάνισις όμως αποπνέει την ειλικρίνεια και μαρτυρεί ταυτόχρονα ένα πλούσιο συναισθηματικό κόσμο […] Η φαρδειά ρεμπούμπλικα, το σκληρό τσακιστό κολλάρο, τα στρογγυλά ματογυάλια που κρατιώνται από τ’ αυτιά, και το μπαστούνι με την ασημένια λαβή, δημιουργούν έναν ιδιόρρυθμο τύπο. […] Είναι συνήθειες που επιβάλλουν στη μνήμη των μαζών μια ιστορική μορφή με τη γοητεία του ιδιοτρόπου. […] Όταν γελά ή όταν αναπαύεται, δίδει την εντύπωσι ενός αγαθού νοικοκύρη, του οποίου οι δουλειές πηγαίνουν καλά και ο οποίος δεν έχει ανοικτούς λογαριασμούς με κανέναν.

Το παραπάνω απόσπασμα υπονοεί ότι ο μηχανισμός της προπαγάνδας λειτουργούσε βάσει προσεκτικά σχεδιασμένου πλάνου ώστε να εξασφαλίσει την προβολή ενός ηγέτη που αψηφούσε την «επιφανειακή» εικόνα των «γητευτών» των μαζών και η παραμονή του στην εξουσία βασιζόταν στην ειλικρινή συμπαράσταση του κόσμου.

Κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης της έννοιας της λατρείας στο πρόσωπο του χαρισματικού ηγέτη χρησιμοποιήθηκαν πολλά νέα εμβλήματα και σύμβολα που μεταπλάστηκαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να συνδεθούν εγγενώς με τις αξίες και τις υψίφρονες ιδέες του παρελθόντος, που το νέο καθεστώς πίστευε πως ενσάρκωνε και προήγαγε. Έτσι, το έμβλημα του Κράτους της 4ης Αυγούστου, η ελληνική σημαία με τον αναμμένο δαυλό και τον αριθμό 4 στο κέντρο [φωτ. 2], και ο διπλούς μινωικός πέλεκυς –που διακοσμούσε τη σημαία της ΕΟΝ– συνυπήρξαν αρμονικά με το Βασιλικό Στέμμα και την επίσημη ελληνική σημαία, ενώ το δεξί χέρι που υψωνόταν σε χαιρετισμό θα ξαναζωντάνευε τον αρχαίο ελληνικό χαιρετισμό. Επιπλέον, χρησιμοποιούνταν ευρέως και διάφορα πρόσφορα συνθήματα για τα οποία το Γραφείο Προπαγάνδας της ΕΟΝ πίστευε πως ήταν επιβεβλημένα για όλες τις προπαγανδιστικές δραστηριότητες. («Τα συνθήματα λοιπόν όταν είναι ψυχολογημένα και διατυπούνται επιτυχώς και κατά την κατάλληλον στιγμήν και ιδίως όταν αποτείνονται εις εκατομμύρια ανθρώπων σημειώνουν μεγάλην επιτυχίαν».) Οι εμπνευσμένες προτάσεις που ανέφερε ο Μεταξάς στις ομιλίες του, όπως «σήκω επάνω, ελληνική νεολαία. Δεν υπάρχει διά σε άλλη πραγματικότης παρά η Ελληνική Πατρίς», ή «η Ελλάς είναι η μεγάλη μάννα όλων μας. Όταν αγαπάτε την Ελλάδα, αγαπάτε τον εαυτόν σας», και επέλεγαν οι επιτελείς του για να δημοσιευτούν στις εκδόσεις του καθεστώτος, καθώς και στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, κατέληξαν να γίνουν τα εθνικά σλόγκαν της εποχής.

Νέες εθνικές εορτές καθιερώθηκαν από την προπαγάνδα του Μεταξά. Η επέτειος της 4ης Αυγούστου, όπως και η 7η Νοεμβρίου, που ονομάστηκε «Ημέρα της ΕΟΝ», συμπεριελήφθησαν στις εθνικές επετείους με αποκλειστικό αντικείμενο του εορτασμού τους την εξύμνηση του καθεστώτος. Αλλά και οι ήδη υπάρχουσες εθνικές επέτειοι εμπλουτίστηκαν επιδέξια και υιοθετήθηκαν από την προπαγάνδα του καθεστώτος, ώστε αφ’ ενός να καλύψουν τις ανάγκες της νέας πολιτικής πραγματικότητας, αφ’ ετέρου να υποστηρίξουν τη διαδικασία διαμόρφωσης της εικόνας, και παρουσίασης, του Μεταξά ως χαρισματικού ηγέτη. Μετά τον ερχομό της 4ης Αυγούστου, σύμφωνα με τα λόγια του αρχηγού της ΕΟΝ, όλες οι εθνικές επέτειοι έχασαν «την τυπικότητα, που είχαν προηγουμένως, και απέκτησαν πραγματικήν ουσίαν». Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο εορτασμός της 4ης Αυγούστου ήταν εξίσου σημαντικός με αυτόν της 25ης Μαρτίου, εφόσον και οι δύο επέτειοι ήταν εγγενώς συνδεδεμένες με την αποστολή της απελευθέρωσης του ελληνικού έθνους από αβάστακτη οδύνη και αγωνία. Η προπαγάνδα του καθεστώτος κατέβαλλε προσπάθειες ώστε να μεταφέρει αυτή την πεποίθηση στη νεολαία, όπως φαίνεται και από άρθρο της Σίτσας Καραϊσκάκη, στο οποίο η τελευταία αναφέρεται στην 25η Μαρτίου και την ονομάζει «αποφασιστική ημέρα» για την ανεξαρτησία των Ελλήνων από μακροχρόνια σκλαβιά. Στη συνέχεια, ταυτίζει την 4η Αυγούστου με την επιθυμία της Θείας Πρόνοιας να απελευθερώσει τον ελληνικό λαό, και τη συνείδησή του, από τον εξευτελισμό που τους είχε υποβάλει το μίσος του παρελθόντος, και να εξαλείψει τη μικροπρέπεια του ατομικισμού.

Με τον ίδιο τρόπο, και άλλες επέτειοι συνδέθηκαν με την 4η Αυγούστου, όπως η 1η Μαΐου, επειδή, όπως ισχυρίστηκε ο Μεταξάς, απευθυνόμενος προς τους εργάτες του Πειραιά, «εσείς και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, το οποίον προ παντός προέκυψε διά τας ανάγκας τας ιδικάς σας, είσθε κατά τρόπον αδιάλυτον συνηνωμένοι». Ακόμα και η 7η Ιανουαρίου, ημέρα της ονομαστικής εορτής του Αρχηγού, χρησιμοποιήθηκε με τρόπο που παρέπεμπε σε αισθήματα συνάφειας με την επέτειο της 4ης Αυγούστου, μιας και η παρουσία του Ιωάννη Μεταξά κυριαρχούσε και στις δύο. Το απόσπασμα που ακολουθεί, από ομιλία του αρχηγού της ΕΟΝ, διαφωτίζει τις προσπάθειες της προπαγάνδας για να συνδέσει την ονομαστική εορτή του Αρχηγού με την «ιερή» αποστολή του:

Η σημερινή γιορτή δεν είναι γιορτή καθωρισμένη κατά συνθήκην. Και αυτό είναι πολύ φυσικόν, αφού ο Αρχηγός δεν είναι κατά συνθήκην Αρχηγός, αλλ’ Αρχηγός ανεγνωρισμένος από κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα, ανεγνωρισμένος όχι μόνον ως Αρχηγός, αλλά ως δημιουργός και σωτήρ. […] Φυσικά δεν γιορτάζουμε τη σημερινή ημέρα, όπως γιορτάζουμε τη γιορτή ενός προσώπου, αλλά την εορτάζουμε συγχρόνως ως συμβολισμό της Ιδεολογίας μας και συμβολισμό της Ιδέας μας και των Ιδανικών μας, πράγματα τα οποία ενσαρκώνει ο Αρχηγός. Κι έτσι ολόκληρο το Έθνος, σαν ένας άνθρωπος, μια καρδιά, μια ψυχή κι ένας νους, γιορτάζει εκείνον, που χρόνια πολλά ήτο ο αναμενόμενος, εκείνον, ο οποίος όταν ήλθε ανέστησε το Έθνος και εκείνον ο οποίος υπάρχων θα το οδηγήση εις τας λεωφόρους του μεγάλου προορισμού και του οποίου το πνεύμα ουδέποτε θα παύση να καθοδηγή την ελληνικήν Ιστορίαν και τα ελληνικά πεπρωμένα. Ο Λαός, ο ελληνικός Λαός, γιορτάζει. Αλλά δι’ ημάς η γιορτή αυτή είναι κάτι το πιο ιδιαίτερο απ’ όλους τους άλλους Έλληνας, γιατί εμείς γιορτάζοντας αυτά που είπαμε προηγουμένως, γιορτάζουμε κάτι εξ ίσου πολύτιμο, αλλά πολύ πιο συναισθηματικό, γιορτάζουμε τον πραγματικόν πατέρα.

Οι αμέτρητες ομιλίες και εξαγγελίες του Μεταξά που δημοσιεύονταν στον ημερήσιο Τύπο και στις ειδικές εκδόσεις του καθεστώτος δέσποζαν κατά τη διάρκεια των ενορχηστρωμένων εκδηλώσεων. Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός βασιζόταν ιδιαίτερα στην επιρροή που ασκούσαν αυτές οι ομιλίες, αφού ο Μεταξάς, όπως και ο Χίτλερ, πίστευε ακράδαντα πως ο προφορικός λόγος έχει πολύ μεγαλύτερη προπαγανδιστική αξία από ό,τι ο γραπτός. Η παρακάτω συμβουλή, από ομιλία που έδωσε ο Μεταξάς στα μέλη της ΕΟΝ τον Μάιο του 1940, αποδεικνύει την πίστη του στην αξία της προφορικής προπαγάνδας:

Λάβετε υπ’ όψει σας, ότι το χαρτί δεν κάνει τίποτε εις τους ανθρώπους, τον μεγαλείτερον ρόλον παίζει η προφορική προπαγάνδα […] Κατ’ αυτόν τον τρόπον μετεδόθη ο Χριστιανισμός και δεν θα μεταδοθή η ΕΟΝ;

Κι έτσι, οι υπεύθυνοι της προπαγάνδας φρόντιζαν ιδιαίτερα ώστε οι ομιλίες του Μεγάλου Αρχηγού να κυριαρχούν σε όλες τις προπαγανδιστικές εκδηλώσεις και να χρησιμοποιούνται διεξοδικά από τους βαθμοφόρους της ΕΟΝ ως σημαντικά εργαλεία προπαγάνδας. Άρθρα στον Τύπο και τις εκδόσεις του καθεστώτος υπογράμμιζαν το σπουδαίο έργο τους και προέτρεπαν τον κόσμο να διαβάζει τις «εμπνευσμένες» ομιλίες:

Οι λόγοι του Αρχηγού απ’ αρχής μέχρι τέλους εμπνέονται από κεφαλαιώδεις πολιτικάς, ηθικάς και φιλοσοφικάς έτι αρχάς […] τα δόγματα πίστεως και τας αρχάς, αι οποίαι αποτελούν το νέον περιεχόμενον – το επαναστατικόν μέρος της Μεταβολής της 4ης Αυγούστου. Οι λόγοι του Αρχηγού, […] πρέπει να αποτελέσουν το εγκόλπιον όλων των Ελλήνων. Όλως ιδιαιτέρως όμως συμβουλεύω την συστηματικήν μελέτην αυτών εις τους φοιτητάς μου του Πανεπιστημίου και της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών διά την σπουδήν του μαθήματος της Γενικής Θεωρίας περί Κράτους και των θεμελιωδών βάσεων και εξελίξεως των συγχρόνων πολιτευμάτων.

Πρέπει να τονιστεί, όμως, ότι ο Μεταξάς δεν ήταν αξιόλογος ρήτορας. Δεν ήταν εύγλωττος – γεγονός που γνώριζε και ο ίδιος: «Μέσα μου είμαι πεσμένος […] είμαι αγορητής άλλου είδους, δεν είμαι κοινοβουλευτικός», σημειώνει πικραμένος στο ημερολόγιό του στις 31 Μαρτίου 1927, πολύ προτού επιβάλει τη δικτατορία του. Στις ομιλίες του μακρηγορούσε και συχνά επαναλαμβανόταν, ενώ χρησιμοποιούσε μακροσκελείς, άχαρες προτάσεις και υπέπιπτε σε γραμματικά σφάλματα. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και αυτές τις φτωχές ρητορικές ικανότητες, η προπαγάνδα του τις παρουσίαζε, αυθαίρετα, ως εξαιρετικά χαρίσματα ενός ηθικού και στοργικού αρχηγού. Ο Καλλονάς γράφει για τον τρόπο που αγόρευε ο Μεταξάς:

Η κομψότης των φραστικών συνδυασμών τον αφίνει αδιάφορο. Αγορεύει όπως ντύνεται και όπως ομιλεί. Απλά, θετικά, στερεά. Ενδιαφέρεται για το νόημα πρώτα κι’ έπειτα για την εντύπωσι που θα σχηματίσουν οι ακροατές από την ρητορικήν του ικανότητα. Εξ άλλου έχει την ευχέρεια να προσαρμόζεται πάντα προς το διανοητικό επίπεδο και την ψυχολογία του ακροατηρίου του. Του αρέσει η δημοτική γλώσσα, η ζωντανή γλώσσα του λαού, και δεν έχει ποτέ γραμμένους τους λόγους που πρόκειται να εκφωνήση.

Το απόσπασμα αποδεικνύει την προσπάθεια που κατέβαλλαν τα προπαγανδιστικά όργανα ώστε να συγκαλύψουν την περιορισμένη ευγλωττία του δικτάτορα. Όταν όμως ο Μεταξάς εδραίωσε το Κράτος της 4ης Αυγούστου, κανένα από αυτά τα ρητορικά μειονεκτήματα δεν είχαν πια σημασία. Εκφώνησε εκατοντάδες λόγους και ήταν φανερό ότι το απολάμβανε. Όλες αυτές οι ομιλίες εκδίδονταν από την ΕΟΝ σε βιβλιαράκια με τίτλους όπως Λόγοι προς τους εργάτας, Λόγοι του Αρχηγού προς τους αγρότας, Λόγοι προς τους γονείς και διδασκάλους. Για να εορταστεί η τρίτη επέτειος του καθεστώτος, εξεδόθη –προς το τέλος του 1939– ένας τιμητικός τόμος 602 σελίδων που συμπεριελάμβανε όλους τους λόγους που είχε εκφωνήσει ο Μεταξάς μέχρι τις 4 Αυγούστου 1939. Ο τόμος αυτός, που χρησιμοποιήθηκε για τη διάδοση της ιδεολογίας του καθεστώτος, εξελίχθηκε σε προπαγανδιστικό μέσο κεφαλαιώδους σημασίας.